ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΠΟΑΝΑΠΤΥΞΗ



Σκιαγραφώντας την έννοια της αποανάπτυξης

http://oikotrives.wordpress.com/2014/01/26/degrowth-petridis/

PHOTO-20Κείµενο του Πάνου Πετρίδη (Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας, Βιέννη Alpen-Adria University) για τις Οικοτριβές
Όλο και περισσότεροι αναλυτές την παρουσιάζουν ως λίγο-πολύ αναπόφευκτη, δεδοµένων των βιοφυσικών ορίων ενός πεπερασµένου πλανήτη. Ακτιβιστές από τη Γαλλία και άλλες Μεσογειακές χώρες ήδη από τις αρχές της προηγούµενης δεκαετίας την χρησιµοποιούν ως σλόγκαν ενάντια στην τρέλα ενός συστήµατος βασισµένο στη διαρκή µεγέθυνση και τον καταναλωτισµό. Στον σύγχρονο ακαδηµαϊκό διάλογο περιγράφεται ως η διαδικασία µετάβασης, µέσω της σταδιακή µείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, προς µια ποσοτικά µικρότερη και ποιοτικά διαφορετική οικονοµία, που θα σέβεται το περιβάλλον και θα στοχεύει στην κοινωνική ισότητα. Στο επίπεδο των κινηµάτων, αποτελεί µια έννοια που προσπαθεί να νοηµατοδοτήσει και να συγκεράσει την πληθώρα εναλλακτικών εγχειρηµάτων αλληλέγγυας οικονοµίας που αντιτίθενται στον καπιταλισµό και την κυρίαρχη λογική της συσσώρευσης, και βασίζονται στη συλλογική ιδιοκτησία, δεν απαιτούν µισθωτή εργασία και παράγουν αξίες χρήσης και όχι ανταλλαγής.
Η αποανάπτυξη λοιπόν, µε το να αποτελεί σηµείο σύγκλισης διαφόρων ρευµάτων κριτικής σκέψης και πολιτικής δράσης και να προσφέρει το ερµηνευτικό πλαίσιο µιας σειράς πρωτοβουλιών βάσης, αποτελεί ταυτόχρονα µια κριτική, τη σκιαγράφηση µιας επιθυµητής διαδικασίας, ένα όραµα και ένα πολιτικό πρόταγµα. Οι προτάσεις της αποανάπτυξης έχουν κερδίσει έδαφος µέσα στην πολύπλευρη κρίση που βιώνουµε, και εν µέρει αποτελούν µια άµεση αντίδραση σε αυτήν. Ωστόσο, οι ιδέες που αυτή πρεσβεύει ακολουθούν τους στοχασµούς µιας µακράς λίστας διανοητών που εδώ και δεκαετίες αποδοµούν τις έννοιες της γραµµικής προόδου και της ορθολογικής επιλογής, επιφυλάσσονται για τα οφέλη του παραγωγισµού και της αποδοτικότητας, και επικρίνουν τη διαρκή οικονοµική ανάπτυξη, η οποία από ένα σηµείο και πέρα διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και επιδεινώνει τα οικολογικά προβλήµατα, ενώ βασίζεται σε υποθέσεις που αγνοούν ακόµα και τους θερµοδυναµικούς νόµους!
Με απλά λόγια, η αποανάπτυξη ισχυρίζεται ότι, στις λεγόµενες πλούσιες χώρες της Δύσης, µπορούµε να ζήσουµε καλύτερα µε λιγότερα, δουλεύοντας λιγότερο και έχοντας µια αυξηµένη ποιότητα ζωής, και ότι οι λόγοι που αυτό δεν συµβαίνει είναι σε µεγάλο βαθµό πολιτικοί και πολιτισµικοί. Σε ευρύτερο πλαίσιο λοιπόν, η αποανάπτυξη µας καλεί για µια οργανωµένη και εθελούσια έξοδο από την καπιταλιστική οικονοµία της ανάπτυξης που έχει εξελιχθεί σε αυτοσκοπό. Έτσι, στο επίπεδο των αντιλήψεων, η αποανάπτυξη αντιτίθεται στην κυρίαρχη ιδεολογία του οικονοµισµού, της ιδέας δηλαδή που θεωρεί την οικονοµία ως ένα αυτόνοµο σύστηµα, ξεχωριστό από την κοινωνία και την πολιτική. Βλέποντας πέραν από την αύξηση του ΑΕΠ, η µεγέθυνση του οποίου µας παρουσιάζεται ως η ασφαλέστερη οδός για την κοινωνική ευηµερία, στοχεύει στον επαναπροσδιορισµό των συλλογικών αξιών και των κεντρικών στόχων των δηµόσιων πολιτικών. Ταυτόχρονα, µέσω της έρευνας, του πειραµατισµού και της συµµετοχής σε έναν δηµοκρατικό διάλογο αρχίζει να νοηµατοδοτεί και να σκιαγραφεί µια ιδεατή µορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Στο επίπεδο των θεσµών και των καθηµερινών πρακτικών, οι ιδέες της αποανάπτυξης προσφέρουν ένα συνεκτικό και εννοιολογικό πλαίσιο για τις διάφορες προτάσεις και πρωτοβουλίες οι οποίες γεννούνται µέσα από κοινωνικά κινήµατα και εν µέρει βρίσκουν έκφραση στην οικολογική και τη ριζοσπαστική Αριστερά, όπως το βασικό εισόδηµα, η µείωση της µισθωτής εργασίας, τα όρια στο εισόδηµα και η αναδιανεµητική φορολογία, ο έλεγχος στα αποθεµατικά των τραπεζών και η κοινωνικοποίησή τους, τα περιβαλλοντικά όρια, η στήριξη των συνεταιρισµών, οι µικρής κλίµακας ΑΠΕ, η προστασία και αναδηµιουργία κοινών χώρων και υποδοµών, οι καλλιέργειες µέσα και γύρω από την πόλη, οι οικοκοινότητες και η προώθηση βιολογικών προϊόντων, τα δίκτυα ανταλλαγής και τα τοπικά νοµίσµατα, τα µοντέλα συστέγασης και όλες οι άλλες εκφάνσεις της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονοµίας. Τα παραδείγµατα αυτά που αποτελούν πεδία πειραµατισµού περιέχουν σπέρµατα µιας διαφορετικής κουλτούρας και ενός εναλλακτικού µοντέλου οικονοµίας χαµηλής κλίµακας και κοινωνίας στην πράξη που, συνολικά, αποτελούν πολιτική πρόταση και όχι µια τυφλή επιστροφή σε ένα εξιδανικευµένο παρελθόν. Η βασική ιδέα είναι ότι µέσω της συµµετοχής σε τέτοιου είδους εγχειρήµατα, δηµιουργείται ένα νέο συλλογικό πολιτικό υποκείµενο.
Η «δύναµη» της αποανάπτυξης λοιπόν βρίσκεται τόσο στην πληθώρα των θεωρητικών πηγών από τις οποίες αντλεί, όσο και στην ποικιλοµορφία των στρατηγικών της, οι οποίες εκτείνονται από τον συγκρουσιακό ακτιβισµό µέχρι την ακαδηµαϊκή έρευνα και από το χτίσιµο εναλλακτικών δοµών µέχρι ρεφορµιστικές πολιτικές προτάσεις. Αυτό το πάντρεµα, για κάποιους οξύµωρο, πηγάζει από το γεγονός ότι µια «κοινωνία της αποανάπτυξης» θα πρέπει αναγκαστικά να γεννηθεί µέσα από το τωρινό, καπιταλιστικό σύστηµα, κι έτσι ο µετασχηµατισµός θα πρέπει να περιλαµβάνει και βήµατα «επαναστατικού ρεφορµισµού», δηλαδή ενός ρεφορµισµού µε σκοπό να αποσταθεροποιήσει ιεραρχικές δοµές και να ανοίξει χώρους για νέες ριζοσπαστικές µορφές κοινωνικής οργάνωσης να αναδυθούν, δηµιουργώντας στην πορεία έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο. Για παράδειγµα, η σύσταση κοινωνικών συνεταιρισµών στα πρότυπα της κοινωνικής οικονοµίας αποτελούν συγκεκριµένα βήµατα προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης, η µείωση των ωρών εργασίας, χωρίς τη µείωση του µισθού, µε την παράλληλη διασφάλιση ενός επιπέδου ικανοποίησης αναγκών µέσω ενός βασικού εισοδήµατος, µπορούν να απελευθερώσουν µέρος του χρόνου και της δηµιουργικότητάς µας για πολιτική συµµετοχή και ενασχόληση µε διάφορες µορφές αλληλέγγυας και οικολογικής οικονοµίας.
Στην Ελλάδα, η κρίση και η παρατεταµένη και γενικευµένη αποσταθεροποίηση, παρά τα τραγικά κοινωνικά επακόλουθα που περιλαµβάνει, µπορεί εν δυνάµει να αποτελέσει µια µοναδική ευκαιρία αλλαγής πορείας και αξιών, αρκεί να υπάρχει το όραµα της κατεύθυνσης την οποία θέλουµε να ακολουθήσουµε, συλλογικά ως κοινωνία. Την ώρα που η κριτική στον νεοφιλελευθερισµό είναι ευρέως διαδεδοµένη, η αποανάπτυξη αναδεικνύεται ως ένα κατεξοχήν θετικό πρόταγµα µε σαφές πολιτικό περιεχόµενο. Με άλλα λόγια, η αποανάπτυξη µας καλεί να υπερβούµε τόσο την παθητική στάση, όσο και την τυφλή αντίδραση, και να αρχίσουµε να ορίζουµε τον δηµόσιο λόγο και τις προτεραιότητες µας.
Το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόµα προλάβει να «διαβρωθεί» σε βάθος από τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική λογική όσο άλλες χώρες της Δύσης, αποτελεί ένα δυνητικό συγκριτικό πλεονέκτηµα για τη µετάβαση σε µια «κοινωνία αποανάπτυξης», αφού πολλές από τις ιδέες που αυτή πρεσβεύει δεν είναι καθόλου καινούργιες ή ξένες. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουµε περισσότερο από µια µε δύο γενιές πίσω για να ξαναανακαλύψουµε τη σηµασία της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της φιλοξενίας, και του ρόλου της συνοχής της κοινότητας για την κοινωνική ευηµερία. Οι κοινωνίες του παρελθόντος εµπεριείχαν φυσικά και στοιχεία καταπίεσης και θα ήταν πολύ απλοϊκό να καλούµε σε µια ροµαντική επιστροφή σε µια εξιδανικευµένη επαρχία που δεν υπήρξε ποτέ. Η αποανάπτυξη µας καλεί απλά να µάθουµε από το παρελθόν και να επιλέξουµε τα στοιχεία εκείνα που αξίζει να διασωθούν και µπορούν να συνδιαµορφώσουν τους θεσµούς του σήµερα.
Όσον αφορά την κεντρική πολιτική σκηνή, το ζητούµενο είναι αν οι ιδέες της αποανάπτυξης, συνεχίζοντας την παράδοση του ριζοσπαστικού οικολογικού κινήµατος, µπορούν να τροφοδοτήσουν έναν νέο αριστερό λόγο και πολιτικό όραµα, καλώντας ουσιαστικά την ριζοσπαστική Αριστερά, αλλά και το ίδιο το οικολογικό κίνηµα, να ξεφύγουν από τον οικονοµισµό τον οποίο επικρίνουν αλλά εν τέλει αναπαράγουν. Η αποανάπτυξη προσφέρει µια νέα αφήγηση για το πού θέλουµε να πάµε, συλλογικά ως κοινωνία και προσφέρει ένα λεξιλόγιο, τόσο για να εκφράσουµε τη θεµελιώδη κριτική στην «κοινωνία της οικονοµικής ανάπτυξης», όσο και για να αρχίσουµε να συνδέουµε και να νοηµατοδοτούµε τα ψήγµατα του «άλλου κόσµου» ο οποίος ξεπηδάει µέσα από τις στάχτες της κρίσης, ενός κόσµου απλότητας, αλληλεγγύης και συνεργασίας. Η αποανάπτυξη δεν προσφέρει µια έτοιµη συνταγή, ούτε προτείνει ένα διαχειριστικό πλάνο εξόδου από την κρίση και επιστροφής σε µια ακαθόριστη ευηµερία, µέσω µιας απροσδιόριστης ανάπτυξης που θα λύσει όλα µας τα προβλήµατα. Αντιθέτως, µε το να αποτελεί ένα συλλογικό και συνεκτικό πολιτικό πρόταγµα, επιχειρεί να αλλάξει τα ίδια τα όνειρα και τους στόχους της κοινωνίας, και να πυροδοτήσει µια διαδικασία κοινωνικού µετασχηµατισµού, έτσι ώστε σταδιακά νέες δοµές κοινωνικής οργάνωσης να µπορέσουν να αναδυθούν, να ριζώσουν και να ανθίσουν.

Αποανάπτυξη, το υπέρτατο καθήκον προς την βιόσφαιρα

Ένα χορταστικό κείμενο για την αποανάπτυξη για τις μέρες που έρχονται...

του Βαγγέλη Σπινθάκη

Εισαγωγή

Στην αρχή θα υποστηρίξω πως το τρέχον μοντέλο ανάπτυξης[1] φαίνεται να είναι όλο και λιγότερο συμβατό με την οικολογική σταθερότητα του πλανήτη, την οικονομική βιωσιμότητα της παγκόσμιας οικονομίας, την κοινωνική δικαιοσύνη που υποτίθεται πως κυβερνά τις επιλογές μας και μια αξιοβίωτη ζωή που γίνεται όλο και προβληματικότερη δεδομένης της τεράστιας αύξησης των αναγκών μας και την συνακόλουθη εντατικοποίηση της καθημερινής ζωής. Στη συνέχεια θα ισχυριστώ πως ακολουθώντας με συνέπεια τις επιταγές της περιβαλλοντικής ηθικής δεν μπορούμε παρά να συμπεριλάβουμε στο πεδίο της την έννοια της αποανάπτυξης αφού αυτή η τελευταία προσπαθεί να υπερασπιστεί την ευημερία τόσο των ανθρώπινων όσο και των μη ανθρώπινων όντων και ακολούθως θα περιγράψω την έννοια αυτή.

Ακολούθως θα παρουσιάσω εν συντομία κάποια από τα δομικά της χαρακτηριστικά και θα δείξω πως ο νέος αυτός τρόπος σκέψης και δράσης έχει ήδη αρχίσει να αναδύεται μέσα από ανθρώπινες συμπεριφορές των τελευταίων δεκαετιών. Θα συζητήσω το ζήτημα της σχέσης αποανάπτυξης-δημοκρατίας και θα επιμείνω στην αλληλοδιαπλοκή αποανάπτυξης και εργασίας, ευτυχίας και θανάτου.

Το τρέχον μοντέλο της ανάπτυξης είναι περιβαλλοντικά μη βιώσιμο -1


Πατέρες της κουλτούρας των ορίων θεωρούνται ο Nicolas Georgescu Reogen (1971) και οι Meadows et al. (1972) που με τα σχετικά βιβλία τους έφεραν τις πρώτες αντιρρήσεις από το εσωτερικό του βιομηχανικού συστήματος αναφορικά με το ζήτημα της αέναης ανάπτυξης. Αμφότεροι αμφισβητούν τη δυνατότητα του βιομηχανικού πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα να μακροημερεύσει, λόγω της ύπαρξης ορίων στους φυσικούς πόρους της γης οι οποίοι είναι πεπερασμένοι[2] όπως ισχυρίστηκαν οι δεύτεροι ή λόγω της μοιραίας αύξησης της εντροπίας[3] (και άρα των όλο και μεγαλύτερων μη διαθέσιμων χρησιμοποιήσιμων αποθεματικών ενέργειας) που χαρακτηρίζει τη βιομηχανική διαδικασία, όπως κατέληξε ο πρώτος. Ο συλλογισμός που συνήθως δείχνει γλαφυρά το ανέφικτο της αέναης ανάπτυξης είναι η υπόθεση της εξίσωσης βιοτικού επιπέδου του Τρίτου Κόσμου με τις ΗΠΑ που απλούστατα θα προκαλούσε την κατάρρευση του παγκόσμιου βιοσφαιρικού οικοσυστήματος.

Μόνο η ανάπτυξη της Κίνας για να φτάσει στο επίπεδο των ΗΠΑ θα απαιτούσε 5 πλανήτες σαν τη Γη από τους οποίους θα έπρεπε να αντληθεί η αντίστοιχη τερατώδης ποσότητα φυσικών πόρων (Kohn- Bendit, 2010: 54).


Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα ένα μέλος της επιτροπής για την αειφορική ανάπτυξη στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Tim Jackson (2008)[4] γράφει: αν υποτεθεί πως δρούσαμε με ειλικρίνεια ενάντια στη φτώχεια και καταφέρναμε να συγκροτήσουμε μια παγκόσμια οικονομία με 9 δισεκατομμύρια κατοίκους που θα αναπτυσσόταν με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 2.5% ετησίως ενώ ταυτόχρονα επιδιώκαμε να μην ξεπεράσουμε το ανώτατο όριο εκπομπών CO2 που ορίζει η διακυβερνητική επιτροπή για την αλλαγή του κλίματος (IPCC) τότε το 2050 οι εκπομπές CO2 θάπρεπε να είναι το 2% των σημερινών!! Οι βιομηχανικές διαδικασίες που θα αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο 98% των εκπομπών θα μπορούσαν άραγε να καλυφθούν ενεργειακά από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Μάλλον όχι…

Το τρέχον μοντέλο της ανάπτυξης είναι κοινωνικά μη βιώσιμο -2


Οι τεράστιες αυξήσεις του ΑΕΠ είναι πάντα συνδεδεμένες με αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες. Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση παραγωγής πλούτου σε παγκόσμια κλίμακα και σε ποσότητες πρωτοφανείς στην παγκόσμια ιστορία, η φτώχεια εξακολουθεί να ταλαιπωρεί το 20% του ανθρώπινου πληθυσμού. Το συνεχώς αυξανόμενο πηλίκο των εισοδημάτων του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού που σκαρφάλωσε από το 30:1 το 1960, στο 45:1 το 1980 και μετά στο 60:1 το 1990 (UNDP, 1991 και 1994)[5], φτάνοντας το 86: 1 (UNDP, 1999)[6] κατά τη δεκαετία του 2000, παρά τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ παγκοσμίως αποδεικνύει την ανάπτυξη ως μια διαψευσμένη ελπίδα[7]. Ως αρρώστειες του πολιτισμού αναδεικνύονται τα αναπνευστικά και καρδιαγγειακά νοσήματα ενώ το 20% των ανθρώπων των πόλεων αναμένεται ότι θα προσβληθούν από κάποιου τύπου καρκίνο που οφείλεται σε περιβαλλοντικά αίτια. Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο μια εξαιρετικά βαθιά πολιτιστική αναδιάρθρωση στάσεων, συμπεριφορών, τρόπων και ρυθμών εργασίας, τρόπων του γνωρίζειν και γενικότερα κοινωνικών σχέσεων που αποσυναρμολογήθηκαν για να μην αποτελούν «εμπόδιο» στη δικτατορία της οικονομικής συσσώρευσης (Sachs, 1993). Έτσι ο Νότος εδώ και μερικές δεκαετίες όχι μόνο βιώνει μια διαδικασία όπου η κοινωνική ζωή έχει υποδουλωθεί στην οικονομική σκοπιμότητα αλλά και συνειδητοποίησε πως είναι υπανάπτυκτος τη στιγμή που άρχισε να αναπτύσσεται, δεδομένου πως πρωτύτερα οι αυτόχθονες ζούσαν σε ένα καθεστώς μη ανάπτυξης, αλλά με άφθονο ελεύθερο χρόνο, αδιάφοροι προς τη συσσώρευση, με παραγωγική διαδικασία «ανορθολογική» και ίσως όχι περισσότερη κοινωνική αδικία από τα σημερινά καθεστώτα (Μοδινός, 1988).


Η έννοια που αυτός ο βαθύς πολιτιστικός μετασχηματισμός κατ’εξοχήν μετασχημάτισε είναι αυτή του χρόνου. Η διαχείρισή του καθοδηγείται από την ανάγκη για αυξανόμενη αποτελεσματικότητα/παραγωγικότητα προσανατολισμένη στην ποσότητα (και όχι αναγκαστικά στην ποιότητα). Το αποτέλεσμα είναι μια όλο και υποβαθμιζόμενη ποιότητα ζωής με αυξανόμενη ένταση και μια εξαιρετικά άνιση (σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ εκείνων των χρόνων) μείωση του χρόνου της εργάσιμης μέρας[8] στις «αναπτυγμένες» χώρες του πλανήτη κατά τον προηγούμενο αιώνα. Ο σκοπός της μεγιστοποίησης του κέρδους σημαίνει όλο και λιγότερο κουράγιο και χωροχρόνο για επικοινωνία με ανθρώπους, για την ενασχόληση με την υγεία και την τέχνη, για την αγάπη και τον έρωτα ή απλά για αναστοχασμό πάνω στην ίδια τη ζωή. Επί πλέον αυτή η αέναη επιτάχυνση είναι στην ουσία της βία ασκούμενη πάντα σε βάρος των λιγότερο γρήγορων (Aries, 2010: 124) αλλά και των ίδιων των ατόμων που χειρίζονται όλο και ταχύτερα τεχνολογικά προϊόντα αναγκαζόμενοι/ες να προσαρμόζουν τους φυσιολογικούς/μεταβολικούς/βιολογικούς χρόνους τους στους υπολογιστικούς/μηχανικούς χρόνους της εκάστοτε νεότερης τεχνολογικής συνθήκης (Βιριλιό, 1997: 36). Αυτή η συνθήκη φαίνεται να μας κάνει να ξεχνάμε πως οποιοδήποτε αντικείμενο η υπηρεσία παράγεται με γρήγορους ρυθμούς δεν είναι κατ’ ανάγκη και καλής ποιότητας ενώ ταυτόχρονα μας στερεί τον απαιτούμενο χρόνο για διάλογο, διαβούλευση και επίλυση συγκρούσεων, παράγοντες που σαρκώνουν την πεμπτουσία της δημοκρατίας[9] (Βιριλιό, 1997:34). 

Το τρέχον μοντέλο της ανάπτυξης είναι οικονομικά μη βιώσιμο -3

 Η οικονομική κρίση μας ξαναθυμίζει πως είτε σε επίπεδο ιδιωτικών νοικοκυριών είτε σε επίπεδο κρατών, μέσω του δανεισμού[10] ο όγκος της παραγωγής που καλείται να καταναλωθεί, κατανέμεται με τρόπο ώστε να υπερβαίνει το τρέχον εισόδημα της οικογένειας ή το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα της πλειονότητας των πολιτών που καλούνται να το καταναλώσουν. Υπάρχει λοιπόν ένα αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού των ανεπτυγμένων χωρών που καλείται να καταναλώσει (πχ σε ετήσια βάση), περισσότερο προϊόν από όσο επιτρέπει το εισόδημά του[11]. Το «κρυφό» εκείνο απόθεμα αγαθών που επιτρέπει να προχωρήσουμε στην κατανάλωση αυτή υπερβαίνοντας το τρέχον εισόδημά μας, είναι το μέλλον μας (δηλαδή η προβλεπόμενη μελλοντική παραγωγή μας), αφού αυτό είναι το περιουσιακό στοιχείο που μπορούμε να πουλήσουμε (=ανταλλάξουμε). Δανειζόμενοι/ες, καταναλώνουμε τώρα αυτό που προβλέπεται να παράγουμε στο μέλλον. Οι δανειζόμενοι (είτε νοικοκυριά[12], είτε χώρες) οφείλουν, αφενός να συντηρούν το επίπεδο κατανάλωσης προϊόντων και υπηρεσιών που πέτυχαν μέσω του δανεισμού, αφετέρου να αποπληρώνουν το δάνειο. Κατά συνέπεια πιέζονται να αυξάνουν διαχρονικά το ατομικό τους εισόδημα. Πράγμα που σημαίνει πως οφείλουν να αυξάνουν την ατομική τους παραγωγικότητα/αποδοτικότητα την ίδια στιγμή μάλιστα που αυξάνεται η ανισοκατανομή των εισοδημάτων σε πλανητική κλίμακα αλλά και στο πλαίσιο κάθε χώρας. Όσο περνάει ο καιρός είναι φανερό ότι θα μειώνονται συνεχώς οι πιθανότητες να μπορέσει να συντηρηθεί διαχρονικά η διαδικασία αυτή. Είναι προφανώς μη αειφορική (Παπαδόπουλος, 2009). Επομένως η παρούσα οικονομική κρίση μπορεί να είναι ευκαιρία να ξανασκεφτούμε το τρέχον μοντέλο ζωής, πόσο μάλλον αφού μας διαβεβαιώνουν πως ότι έγινε θα ξαναγίνει επειδή είναι εγγενές στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. 

Η προβληματική της αποανάπτυξης μπορεί να αποτελέσει μέρος του πεδίου της περιβαλλοντικής ηθικής; 

 Μέσα στους κόλπους της περιβαλλοντικής ηθικής διδαχτήκαμε να θεωρούμε καθήκοντα και υποχρεώσεις που θα ρυθμίζουν την αναγκαία συμπεριφορά μας προς τα άλλα πλάσματα. Το πρώτο βήμα ήταν η θεώρηση των επόμενων γενεών και η συνεπαγόμενες ηθικές υποχρεώσεις προς αυτές, σε σχέση με την υγεία και τη μακροημέρευσή τους. Το δεύτερο βήμα ήταν η ηθική θεώρηση των άλλων μη ανθρώπινων όντων, των ειδών αλλά και των οικοσυστημάτων μέσα στα οποία τα όντα αυτά ζουν, κινούνται, αναπαράγονται και τα αντίστοιχα καθήκοντα που ανακύπτουν από τη θεώρηση αυτή (Γεωργόπουλος, 2002). Φυσική συνέπεια των προηγούμενων είναι η θεώρηση καθηκόντων και υποχρεώσεων προς το υπερσύνολο εκείνο που συμπεριλαμβάνει όλα τα προηγούμενα όντα και οικοσυστήματα, που είναι η Βιόσφαιρα, προς την κατεύθυνση του αυτοπεριορισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Η διερεύνηση του μοντέλου της ανάπτυξης που προηγήθηκε, φαίνεται να οδηγεί στο συμπέρασμα πως η συνολική Βιόσφαιρα απειλείται αν τυχόν δεν καταφέρουμε να ελέγξουμε την εξέλιξή του. Ισχυρίζομαι λοιπόν πως η προβληματική της αποανάπτυξης οφείλει να συμπεριληφθεί στο πεδίο της περιβαλλοντικής ηθικής στο βαθμό που παρουσιάζεται ως το καθήκον εκείνο που μπορεί να εγγυηθεί την φυσική και ψυχολογική υγεία των τωρινών και μελλοντικών γενεών, την υγεία και μακροημέρευση των μη ανθρώπινων όντων (είτε άγριας ζωής είτε παραγωγικών ζώων και φυτών) αλλά και τη συνολική υγεία της Βιόσφαιρας.

Ένα προδικαστικό θέμα: η τεχνολογική αποτελεσματικότητα/αποδοτικότητα μπορεί να αυξάνει επ’ άπειρον;

 Το κύριο επιχείρημα αυτών που αρνούνται την ύπαρξη ορίων στις σημερινές παραγωγικές και καταναλωτικές διαδικασίες είναι πως ναι μεν η τεχνολογία που αντιστοιχεί στο σημερινό μοντέλο ανάπτυξης παράγει ρύπανση και κακοδιαχείριση των φυσικών πόρων αλλά με κατάλληλες μετατροπές και αναβαθμίσεις ήδη παράγει λιγότερα περιβαλλοντικά δεινά και στο μέλλον αυτά θα είναι όλο και λιγότερα. Ας εξετάσουμε το επιχείρημα αυτό με περισσότερες λεπτομέρειες.

Όντως, η συνδυασμένη βελτίωση της αποδοτικότητας υλικών και ενέργειας και της παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου συνετέλεσε ώστε στην Ιαπωνία, Γερμανία, Ολλανδία, Σουηδία και Δανία η αποσύνδεση (decoupling) της υλικής από την οικονομική ροή κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, να προκαλέσει αύξηση του ΑΕΠ με ταυτόχρονη μείωση σε απόλυτους αριθμούς της ρύπανσης και της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων (Mol και Sonnenfeld, 2000). Άλλα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν πως ενώ στα χαμηλά ΑΕΠ αντιστοιχεί αυξανόμενη ρύπανση, από ένα σημείο και μετά κάθε περαιτέρω αύξηση του ΑΕΠ παράγει όλο και λιγότερη ρύπανση σηματοδοτώντας μια σχετική αποσύνδεση υλικής και οικονομικής ροής[13]. Σε πρόσφατο άρθρο του ο Lovins φαίνεται να εναποθέτει τις ελπίδες του σε μια αύξηση της αποδοτικότητας και ανάπτυξη των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας ταχύτερη αυτής της οικονομικής ανάπτυξης (2008: 72). 

Παρόλα αυτά, μια σειρά από παραδείγματα δείχνουν πως αύξηση της αποδοτικότητας στην εκμετάλλευση ενός φυσικού πόρου μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης του πόρου αυτού. Για παράδειγμα, επειδή οι λαμπτήρες φθορίου καταναλώνουν λιγότερο ρεύμα τείνουμε να τις αφήνουμε αναμμένες για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και τα τραίνα υψηλής ταχύτητας ακριβώς επειδή τρέχουν πιο γρήγορα μας προκαλούν να μετακινούμαστε πιο μακριά και πιο συχνά (Λατούς, 2008: 68). Στη Γαλλία ο εκσυγχρονισμός στη λειτουργία της επιχείρησης ηλεκτρισμού μπορεί να μειώσει τα τιμολόγια αλλά μελέτες δείχνουν πως το κέρδος των καταναλωτών (αλλά και η αντίστοιχη εξοικονόμηση των φυσικών πόρων) θα εξανεμιστεί διότι τα φτωχά νοικοκυριά θα αυξήσουν την θερμοκρασία των σπιτιών τους και τα ευκατάστατα θα ανανεώσουν με φρενήρη ρυθμό τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους (Gossart, 2010). Πιο γλαφυρά, το επιχείρημα πίσω από τα παραδείγματα αυτά που περιγράφουν το «φαινόμενο της αναπήδησης» (rebound effect) συμπυκνώνεται στην ερώτηση: μήπως ο «λαγός» της αυξανόμενης αποτελεσματικότητας δεν μπορεί να ξεπεράσει τη «χελώνα» της ακατάπαυστης ανάπτυξης; (York και Rosa, 2003: 280, αναφέρεται από Μποτετζάγια και Καραμίχα, 2008: 220). Κατά πάσα πιθανότητα όχι, δεν μπορεί[14].

Επίσης, όλα τα επιχειρήματα για μια αύξησα αποϋλικοποίηση της οικονομίας που θα βασίζεται στην ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών φαίνεται να ξεχνάει αφενός πως και οι υπηρεσίες δεν είναι άμοιρες κατανάλωσης φυσικών πόρων και παραγωγής ρύπανσης. Κάπου στεγάζονται, κάποια εργαλεία/όργανα χρησιμοποιούν, κάποιο ποσό ενέργειας καταναλώνουν, με κάποιους τρόπους εμφανίζουν και αυτές το φαινόμενο της αναπήδησης. Αφετέρου αν δεχτούμε πως το μοντέλο της ανάπτυξης των υπηρεσιών μπορεί να χαρακτηρίζεται από την ίδια λογική με το κλασσικό (δηλαδή της παραγωγής υλικών αγαθών) καταλήγουμε στον ίδιο παραλογισμό: στην όλο και εντεινόμενη προσπάθεια συμπύκνωσης του χρόνου[15].

Και εν πάση περιπτώσει μπορεί να φανταστεί κάποιος/α την πλήρη αποϋλικοποίηση της οικονομικής ζωής; Όσο δεν φαίνεται να μπορούμε να απαντήσουμε με ένα ναι στην προηγούμενη ερώτηση, οι όλο και μεγαλύτεροι αριθμοί ανθρώπων σε ένα κόσμο που γίνεται όλο και πιο «γεμάτος από εμάς και τα πράγματά μας» διαμορφώνουν μια συγκυρία όπου το φυσικό κεφάλαιο (φυσικά οικοσυστήματα, ορυκτά και ενεργειακές πρώτες ύλες) «θυσιάζεται» όλο και αντιπαραγωγικότερα για να παράξει ανθρωπογενές κεφάλαιο (τεχνολογία, πόλεις) μέσω κάποιου τύπου αντιοικονομικής μεγέθυνσης (Daly, 2008: 144-145)[16]. Στον κόσμο αυτό μάλιστα υπονοείται πως επειδή το φυσικό κεφάλαιο είναι επιδεκτικό αέναης αντικατάστασης από το ανθρωπογενές (τεχνητοποίηση, artificialization), μπορούμε να συνεχίσουμε την αναπτυξιακή πορεία αυτή καταλήγοντας σε ένα κόσμο αβίωτο που θα τον διορθώνουμε και θα τον αντικαθιστούμε με ανθρώπινες κατασκευές (Cheynet, 2008: 36).

Η αποανάπτυξη

 Πρόκειται για μια διαδικασία πραγματικής μείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, που θα συνοδεύεται από ένα τρόπο ζωής κατά τη διάρκεια της οποίας ξανασκεφτόμαστε και επαναϊεραρχούμε τις ανάγκες μας προς την κατεύθυνση της λιγότερης κατανάλωσης και του περισσότερου ελεύθερου χρόνου. Αυτά φαίνεται να μπορούν να σαρκωθούν μέσα σε μια ατμόσφαιρα «εκούσιας απλότητας» και «συµβιωτικότητας» μέσω της αναδιανομής του παραγόµενου πλούτου με στόχο την όσο το δυνατόν µεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, την έμφαση στην πραγµατική αξία χρήσης ενός προϊόντος και όχι στην ανταλλακτική αξία του ως εµπορεύµατος, την ανάδειξη της σημασίας της τοπικής παραγωγής με φτηνές πρώτες ύλες, την επαναχρησιµοποίηση και την ανακύκλωση καθώς και τους οικολογικούς φόρους. Όλοι οι παραπάνω στόχοι είναι αλληλεξαρτώμενοι (Παπακριβόπουλος και Νικολόπουλος, 2009)[17]
Η αποανάπτυξη αναφέρεται πρωτίστως στην ανάγκη αποσύνδεσης του στόχου της κοινωνικής ευημερίας (κατά πάσα πιθανότητα και της ευτυχίας) από τον στόχο της οικονομικής μεγέθυνσης (να παράγουμε μεγαλύτερα, περισσότερα, γρηγορότερα, να εξασφαλίσουμε με όλα τα μέσα όλο και μεγαλύτερη «αγοραστική δύναμη») και της συνεπαγόμενης αύξησης του ΑΕΠ (Καλλής, 2009). Διεκδικεί την απεξάρτηση από το κυρίαρχο και κεντρικό φαντασιακό της οικονομικής μεγέθυνσης και την εγκαθίδρυση της ευτυχέστερης ζωής στη θέση του. Αν αυτή η διαδικασία λάβει χώρα με οργανωμένο τρόπο (έτσι που να μην προσλαμβάνεται ως απειλή ενάντια στο βιοτικό μας επίπεδο, πχ επανασχεδιασµός ολόκληρης της κοινωνίας «από τα κάτω» µε βάση το τοπικό και το «µικρό»,) μπορεί ίσως να αποτελέσει την απάντηση σε όλα τα προηγουμένως αναφερθέντα δεινά της ανάπτυξης. Μόνο μια τέτοια οργάνωση της συρρικνωμένης παραγωγής και κατανάλωσης θα επιτρέψει τον υποδωδεκαπλασιασμό της παραγωγής/κατανάλωσης του μέσου κατοίκου των ΗΠΑ και τον υποτετραπλασιασμό της παραγωγής/κατανάλωσης που αντιστοιχεί στην ικανοποίηση των αναγκών του μέσου Γάλλου κλπ (Aries, 2010:116), ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση με τα φυσικά όρια του πλανήτη και η τερατώδης αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. 

Εννοείται πως δεν είναι κοινωνικά δίκαιη η ομοιόμορφη ελάττωση της οικονομικής δραστηριότητας, τόσο για τους φτωχούς όσο και για τους πλούσιους διότι δεδομένης της εκρηκτικής αύξησης του πληθυσμού, η παγκόσμια μείωση της παραγωγής θα είχε ως συνέπεια πείνα, ανεργία, ακόμη και θάνατο πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων. Επειδή το παγκόσμιο ΑΕΠ σήμερα (περίπου 50 τρισεκατομμύρια δολάρια) ακόμη και σε συνθήκες πλήρους ισοκατανομής, πιθανότατα δεν επαρκεί για να καλύψει αξιοπρεπώς τις ανάγκες όλου του πληθυσμού της γης, οι φτωχοί δικαιούνται να συνεχίσουν για ένα διάστημα την οικονομική μεγέθυνση για να χτίσουν σχολεία, νοσοκομεία, δίκτυα ύδρευσης, δρόμους κλπ που θα τους παρέχουν πόσιμο νερό, ισορροπημένη διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση και δημοκρατία. Άμεσο συνεπαγόμενο είναι ότι η αποανάπτυξη οφείλει να είναι γεωπολιτικά εστιασμένη στις ανεπτυγμένες χώρες, ώστε να αντισταθμίσει την κάποια αναγκαία περαιτέρω ανάπτυξη στις φτωχές.
Τα δομικά της χαρακτηριστικά

Η ισότητα

 Στο πλαίσιο της προσπάθειας για μείωση των τεράστιων ανισοτήτων, (πχ ένα δισεκατομμύριο τριτοκοσμικοί περνούν τη μέρα τους με ένα δολάριο[18]), το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα[19], μπορεί να είναι απαραίτητο εργαλείο αναδιανεμητικής οικονομικής πολιτικής (Mongeau, 2007:74) για να εξασφαλιστεί το δικαίωμα στην ύπαρξη, μάλιστα σε συνδυασμό με ένα μέγιστο επιτρεπόμενο εισόδημα (Aries, 2010:129-13) (ιδιαίτερα όταν προέρχεται από τον χρηµατοοικονοµικό τοµέα) για την εμπέδωση της ισότητας. Το σκεπτικό πίσω από τις προτεινόμενες αυτές ρυθμίσεις είναι ότι ενώ η ηθική αρχή «όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν πρόσβαση στους ελάχιστους πόρους που να τους επιτρέπουν την ικανοποίηση των βασικών αναγκών: τροφή, στέγη, υγεία, μόρφωση» είναι καθολικά αποδεκτή, οι οικονομικά ασθενέστεροι του πλανήτη δεν μπορούν να τις ικανοποιήσουν λόγω της υπερσυσσώρευσης των πλούσιων όπως δείχνει ο Bosquet/Gorg πχ. για τα αλιεύματα του πλανήτη (1984: 72-73) επικαλούμενος τον Rene Dumont και όπως επισημαίνουν οι σχετικές αναφορές του ΟΗΕ για την ανάπτυξη (δες πχ UNDP, 1998)[20]. Δείγμα αυτής της άνισης κατανομής πλούτου είναι και οι απαράδεκτοι αστρονομικοί μισθοί διευθυντικών στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων που φτάνουν τα εκατομμύρια δολάρια[21] και είναι συγκρίσιμοι με το ΑΕΠ πχ της Λιβερίας. Εννοείται πως η κατάργηση αυτών των μισθών δεν θα έλυνε το πρόβλημα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης αλλά θα εξέπεμπε το μήνυμα πως «το δέλεαρ του κέρδους δεν μπορεί να είναι η μόνη κινητήρια δύναμη της οικονομικής ζωής» (Kohn Bendit, 2010: 59).

Τοπικοποίηση (relocalization)

Πρόκειται για μια στρατηγική οργάνωσης της ζωής που εστιάζεται στην τοπική παραγωγή τροφής, ενέργειας και αγαθών καθώς και στην ανάπτυξη της τοπικής κουλτούρας. Σκοπεύει τη ριζική μείωση της απόστασης τόπου παραγωγής και τόπου κατανάλωσης, την προστασία, βελτίωση και αύξηση της παραγωγής μικρής κλίμακας, φροντίζει ώστε η παραγωγή να βασίζεται σε πρώτες ύλες, γενετικό υλικό, πηγές ενέργειας και εργατικό δυναμικό που προέρχονται (κατά το δυνατόν) από την ίδια περιοχή (Κολέμπας, 2009: 60). Οι θεωρητικοί της αποανάπτυξης συνδέουν την τοπικοποίηση με την προσπάθεια των ανθρώπων να διατηρήσουν τις ρίζες τους, την ταυτότητά τους και «να εκτιμήσουν τη δική τους κουλτούρα πριν εκτιμήσουν τις άλλες» σε ένα αγώνα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, υπέρ του τοπικού «χωρίς τοίχους» (Aries, 2010:122). Θέλουν δηλαδή την αναβάθμιση του τοπικού στοιχείου χωρίς να καταφεύγουν σε στείρους προστατευτισμούς. 

Αντικειμενικός σκοπός είναι η αυξημένη τοπική ενεργειακή ασφάλεια, η ενδυνάμωση των τοπικών οικονομιών, η κοινωνική ισότητα και εννοείται η περιβαλλοντική προστασία. Η παραγωγή και κατανάλωση τοπικών προϊόντων μειώνει το περιβαλλοντικό αποτέλεσμα των μεταφορών (ελαχιστοποίηση «τροφοχιλιομέτρων»), ενδυναμώνει την τοπική οικονομία, προστατεύει τη γενετική ποικιλότητα και μας επανεντάσσει στους φυσικούς κύκλους μέσα από την κατανάλωση των λαχανικών εποχής. Η αυτοπαραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών[22] καθώς και τα τοπικά δίκτυα εξωχρηματικών ανταλλαγών είναι εξαιρετικά εργαλεία παραγωγής πλούτου εκτός των επίσημων καταμετρήσεων. Επίσης είναι φανερό πως η τοπικοποίηση θα μειώσει και τον παγκόσμιο όγκο των αστικών απορριμμάτων που σχετίζονται με συσκευασίες προϊόντων.

Χαλάρωση των ρυθμών ζωής και το σχετίζεσθαι

Η εργασία ως αξία οφείλει να γίνει αντικείμενο επανεξέτασης, δεδομένου μάλιστα πως το κυρίαρχο δόγμα της εποχής «η παραγωγή για την παραγωγή» (δηλαδή η παραγωγή ως αυτοσκοπός) υποβαθμίζει τον πολίτη σε απλό παραγωγό χωρίς λόγο πάνω στο προϊόν του. Η εργασία με νόημα, που είναι κοινωνικά χρήσιμη και από την οποία αντλεί κάποιος/α ευχαρίστηση αποκτά στο πλαίσιο του προβληματισμού για την αποανάπτυξη, κεντρικό υπαρξιακό νόημα. Ο επαναπροσδιορισμός της σημασίας του χρόνου και η αλλαγή σκοπών και περιεχομένου της εργασίας, μέσα από την αποδυνάμωση της «δικτατορίας του κοντοπρόθεσμου» μπορεί να οδηγήσει σε μια πύκνωση των σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους (αλλά και της σχέσης με τον εαυτό). Ο αυξημένος ελεύθερος χρόνος που αφαιρείται από τις παραγωγικές διαδικασίες-αλλά και δεν διαβρώνεται από καταναλωτισμό[23]-επιτρέπει την ανάπτυξη βαθύτερων σχέσεων με τους γύρω, μέσα από διαδικασίες που τώρα παραμελούνται. Για παράδειγμα, το παιχνίδι με τους συντρόφους και τα παιδιά, ο έρωτας, η ενασχόληση με τους φίλους/ες, την φυσική υγεία και την ψυχολογική ισορροπία, η ενεργή συμμετοχή στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα, ο αναστοχασμός πάνω στη ζωή[24]κλπ) (Γιόκαρης, χ.χ: 65-68). Όλα αυτές οι καινούργιες «μεταϋλιστικές» αξίες που σχετίζονται με την αυτοπραγμάτωση του ατόμου έχουν εδώ και καιρό κερδίσει κοινωνικό έδαφος (Inglehart, 1977) και μάλιστα έχουν φτάσει να εκφράζονται και από πολιτικά κόμματα[25]. Αυτού του είδους ο εναλλακτικός αντικαταναλωτισμός βασίζεται στην προσπάθεια θέσμισης της εθελοντικής λιτότητας-που δεν πρέπει να συγχέεται με τη φτώχεια- και ικανοποίησης των μεταρρυθμισμένων αναγκών στην περιοχή της εξωχρηματικής κοινωνικής δραστηριότητας παρά στην αγοραιοποίηση/εκχρηματισμό της ολότητας των αγαθών του βιομηχανικού (ή καπιταλιστικού) συστήματος, μέσα από την επικράτηση του Είμαι επί του Έχω (Φρομ, 1978)[26]

Στιγμές του μέλλοντος με αποανάπτυξη

Το κίνημα slow food αναπτύχθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 80, ξεκίνησε στα 1986 στην Ιταλία ως αντίδραση στην εισβολή των McDonald’s και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μοντέρνα Κιβωτό του Νώε για τις ντόπιες ποικιλίες καλλιεργήσιμων φυτών, σπόρων και ζώων, προσπαθεί να συντηρήσει την παραδοσιακή και τοπική κουζίνα διοργανώνοντας γιορτές μαγειρέματος και γεύσης, πληροφορεί για τους κινδύνους της τροφής fast food, αντιμάχεται τα γενετικά τροποποιημένα, τα βιοκτόνα και τα λιπάσματα, και αριθμεί πάνω από 100.000 άτομα σε 132 χώρες[27].


Ακολούθησαν μια σειρά από ομοειδή κινήματα όπως το slow movement, slow cities, slow travel, slow school κλπ όλα με έμφαση στην τοπικότητα, στην επαναδιεκδίκηση του «χαμένου» χρόνου και την αντίστοιχη ποιότητα ζωής, με κεντρική πρόταση την βαθύτερη βίωση της προσωπικής και συλλογικής ζωής που φαίνεται να σπαταλιέται ανάμεσα στα γρήγορα αυτοκίνητα, τις «τουριστικές» διακοπές[28] και τη δικτατορία του κοντοπρόθεσμου και της βιασύνης.

 Downshifting είναι μια κοινωνική συμπεριφορά κατά την οποία άνθρωποι αποφασίζουν να ζήσουν απλούστερη ζωή για να αποφύγουν την «ποντικοτρεχάλα» (rat race) της εμμονικής επιδίωξης όλο και περισσότερων αγαθών και να μειώσουν το άγχος, τις υπερωρίες και το ψυχολογικό φόρτο που τα συνοδεύει. Προσπαθούν να βρουν μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και τον ελεύθερο χρόνο και εστιάζουν σε σκοπούς ζωής όπως η προσωπική ικανοποίηση μέσα από μη υλιστικά κανάλια και η δημιουργία σχέσεων αντί της λεβιαθανικής επιδίωξης της οικονομικής επιτυχίας[29]. Το «κίνημα» αυτό φαίνεται να κερδίζει μεγάλο αριθμό ανθρώπων[30], μάλιστα η τρέχουσα κρίση μπορεί να αποδειχθεί καταλύτης για τέτοιου προσανατολισμού συμπεριφορές[31]

 Δίκτυα εξωχρηματικών ανταλλαγών έχουν δημιουργηθεί στην Ευρώπη και βόρεια Αμερική εδώ και τρεις δεκαετίες τουλάχιστον. Στην Αγγλία ήδη από τη δεκαετία του 90 υπήρχαν τα σχήματα LETS (Local Exchange Trading Systems) και στην Ελλάδα ο “οβολός” εμφανίζεται ως ένα είδος κοινωνικού νομίσματος για τη δημιουργία πλούτου σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Οι ιδρυτές του δηλώνουν πως με το «νόμισμα» αυτό «κάθε πολίτης και κάθε επιχείρηση θα μπορεί να συναλλάσσεται, να παρέχει υπηρεσίες, να εμπορεύεται, να πουλά και να αγοράζει προϊόντα και υπηρεσίες χωρίς την ανάγκη χρήσης του ευρώ»[32]. Παρά τις ανεπάρκειες, την αβεβαιότητα στη σχέση των LETS με το φορολογικό σύστημα και τις θεωρητικές αναζητήσεις για τη σχέση των LETS με το εθνικό νόμισμα, φαίνεται να είναι εργαλείο ζωτικοποίησης τοπικών κοινοτήτων με εκατοντάδες τέτοια δίκτυα σε όλο τον κόσμο[33]

 Το bookcrossing είναι μια καινούργια κοινωνική πρακτική στο πλαίσιο της οποίας αφήνεται ένα ή περισσότερα βιβλία σε δημόσιο χώρο με σκοπό να γίνει αντικείμενο χρήσης από άλλους ανθρώπους που στη συνέχεια οφείλουν να πράξουν με τον ίδιο τρόπο[34], ακυρώνοντας με τον τρόπο αυτό το εμπόριο βιβλίου και τη συνακόλουθη χρηματική ανταλλαγή και οικοδομώντας σχέσεις μέσα στην τοπική κοινότητα. Αν και οι εμπνευστές του δεν προτάσσουν ένα αντι-εμπορευματικό σκεπτικό (μάλιστα, μια αγωνία των ανθρώπων του bookcrossing είναι να μην τους χαρακτηρίσουν ως “τζαμπατζήδες”) φαίνεται πάντως να συνιστά μια εναλλακτική μορφή αξιοποίησης-εμπλουτισμού του ελεύθερου χρόνου με κομβικό χαρακτηριστικό του μια «δωρεά» αποσυνδεδεμένη από την “ανταποδοτικότητα” που συνοδεύει την παραδοσιακή δωρεά. Απλώς ζητά ανταποδοτικότητα ως προς την ενέργεια (“κάνε προς άγνωστους τρίτους αυτό που έκανα εγώ σε εσένα τον άγνωστο”).

Αποανάπτυξη-Αυταρχισμός-Δημοκρατία

Ενώ η ανάπτυξη θεωρείται ως εγγενές συστατικό της δημοκρατίας από μια μερίδα κόσμου οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως καθαρές δικτατορίες (πχ Κίνα, Χιλή επί Πινοσέτ, Σαουδική Αραβία, Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν) είχαν τεράστιες ετήσιες αυξήσεις ΑΕΠ.

Από την άλλη μεριά, αν η ανάπτυξη αφεθεί ξέφρενη μη αναγνωρίζοντας ούτε φυσικό ούτε κοινωνικό όριο, είναι πιθανό πως θα βρεθούμε μοιραία και απροετοίμαστοι σε μια έλλειψη πρώτων υλών, σε μια κατάσταση ρύπανσης ανεξέλεγκτη (Σεβέζο, ΒΡ-κόλπος Μεξικού) ή σε μια οικολογική καταστροφή αστρονομικών διαστάσεων (θυμηθείτε το Τσερνομπίλ) που μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στο χάος ή στον οικοφασισμό (Cheynet, 2008: 43-44).

Μήπως όμως υπάρχουν δυσκολίες στο να αντιμετωπιστεί η ευτυχία μας ως πολιτικό ζήτημα λόγω της εγγενούς τάσης των πολιτικών ζητημάτων να αφορούν τη δημόσια σφαίρα ενώ των ζητημάτων της ευτυχίας να αφορούν και την ιδιωτική και επομένως ενδεχόμενες πολιτικές αποφάσεις για το τι είναι η ευτυχία αναπόφευκτα θα επηρέαζαν επί το ολοκληρωτικότερο όψεις της ιδιωτικής ζωής; Αν δεχτούμε πως το έσχατο διακύβευμα είναι μια ζωή ευτυχίας δεν γίνεται να διεκδικήσουμε αυτό το πρόταγμα με δημοκρατικές διαδικασίες ;

 Επί πλέον αν «μυρίζει» ολοκληρωτισμό η προπαγάνδιση της ευτυχίας από μέρους μιας κοινωνικής ομάδας, το ίδιο μπορεί να δηλώνει και η αποφυγή της ενασχόλησης με τέτοιου είδους «μεταφυσικά» (όπως με διάθεση υποβάθμισής τους τα αποκαλούν συχνά) ερωτήματα, στο όνομα της επιδίωξης της Προόδου. Εν τέλει ακόμη ισχυρότερα φαίνεται να αποκρυσταλλώνεται μια τάση ολοκληρωτισμού στο κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης που σκοπεύει την αύξηση του πλούτου με οποιοδήποτε τίμημα. Αν συνυπολογίσουμε και τον «αυταρχικό καπιταλισμό» της Κίνας πχ όπου «οι κανόνες της αγοράς παντρεύονται χωρίς ενδοιασμούς με τη στέρηση των θεμελιωδέστερων πολιτικών δικαιωμάτων[35]» (Cohn-Bendit, 2010: 72), το κοινωνικό κράτος απουσιάζει[36] και η σπατάλη φυσικών πόρων και ρύπανσης καλπάζουν[37], τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σκουρόχρωμα. Οι αυτοκτονίες εργαζομένων σε εταιρείες (δες πχ France Telecom, 2010[38]αλλά και κινεζική Foxconn, 2010[39] ), η εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας στον Τρίτο Κόσμο, η εξόντωση ιθαγενών που είχαν την ατυχία να κατοικούν κοντά σε πλουτοπαραγωγικές πηγές (δες πχ Κιρκινέ, 1997 για την υποστήριξη της Shell προς το δικτατορικό καθεστώς της Νιγηρίας και την καταπίεση των ιθαγενών[40] ) και η τερατώδης υπερχρέωση του Τρίτου Κόσμου ως οργανικά χαρακτηριστικά του τρέχοντος οικονομικού συστήματος που μοιραία καταλήγει σε κρίσεις και πολέμους κάνει επίσης τη σχέση του με τη δημοκρατία εξαιρετικά προβληματική. Κοντολογίς, μήπως ισχύει το αντίθετο; Μήπως για να μπορέσει να συνεχίσει η ανάπτυξη οφείλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν οι ανισότητες ανάμεσα σε αυτούς που μπορούν να απολαύσουν τα νέα προϊόντα και υπηρεσίες (βάσει του δόγματος ότι το καινούργιο είναι απλούστατα καλύτερο) και τους «φτωχούς»[41] που δεν μπορούν αλλά αφήνονται να ελπίζουν πως θα μπορέσουν στο μέλλον; Αν αυτή η ανισότητα φαίνεται να αποτελεί κυριολεκτικά τον κινητήρα της ανάπτυξης (Bosquet/Gorg, 1984: 64-65) τότε λογικά η εξισωτική δημοκρατία δεν της είναι φιλική (Aries, 2010: 35-40[42]).

Κατά συνέπεια, μπορούμε με υπευθυνότητα ενηλίκων[43] και χωρίς να παραβιάζονται οι δημοκρατικοί κανόνες να συζητήσουμε το θέμα του κοινωνικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή (τι, πως και για ποιο σκοπό παράγεται) που θα επανεπικαιροποιήσει τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία αυτή οφείλει να λειτουργεί: μπορούμε άραγε να συνεχίσουμε να παράγουμε αν αυτή η παραγωγή δημιουργεί προνόμια για κάποιους και υποβαθμίζει κάποιους άλλους ανθρώπους; Είναι ηθικά και πολιτικά σκόπιμη η γενίκευση της παραγωγής κάποιων προϊόντων που την ίδια στιγμή παράγουν φτώχεια, ανισότητα και οικολογική υποβάθμιση (Bosquet/Gorg, 1983: 49); Αυτή η συζήτηση πιθανότατα να κατέληγε σε επανεπιβεβαίωση της ανάγκης μας για κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας, της νανοτεχνολογίας, των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, των συμβατικών λαμπτήρων πυρακτώσεως[44] και του ριζικού περιορισμού της διαφήμισης[45], του μεγέθους των πόλεων, της χρήσης του αυτοκινήτου και του αεροπλάνου, της κατανάλωσης κρέατος, των γηπέδων γκόλφ[46] ενώ ταυτόχρονα θα ήταν μια διαβούλευση που θα μπορούσε να επαναζωτικοποιήσει τη δημοκρατία των πολιτών αντί της δημοκρατίας των καταναλωτών[47]

 Με άλλα λόγια οι καταναλωτές «ψηφίζοντας» μέσω των ισχυρών οικονομικών προτιμήσεών τους κάποια προϊόντα (πχ ενέργεια, αυτοκίνητα, κρέας) κερδίζουν μεν την ικανοποίηση των καταναλωτικών τους αναγκών, ταυτόχρονα όμως καταπιέζουν τα δικαιώματα άλλων κοινωνικών ομάδων: τους στερούν (εμμέσως) την υγεία ή και τη ζωή (δες πχ το θέμα της πυρηνικής ενέργειας και την καταστροφή του Τσερνομπίλ). Συντελούν (εμμέσως) στην αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιμότητάς τους και τις περιθωριοποιούν εμποδίζοντας την ομαλή κυκλοφορία τους ή ακόμη και την πρόσβαση στον αστικό χώρο (πχ οι «ΙΧδες» εμποδίζουν τους κινούμενους με τα μέσα μαζικής μεταφοράς αλλά και τους πεζούς[48]). Τους αφαιρούν τροφικούς πόρους (εμμέσως) εκτρέποντας τεράστιες ποσότητες δημητριακών πχ προς τα εκτρεφόμενα χοιρινά της Ευρώπης και των ΗΠΑ και μη επιτρέποντας (στα δημητριακά) να καταλήξουν ως ψωμί που θα χόρταινε τα φτωχότερα στρώματα[49]. Η θλιβερή αύξηση των Viagra και των Botox προς χάριν της παγκόσμιας μεσαίας τάξης αλλά όχι των φαρμάκων για τη θανατηφόρα για τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου ελονοσία, φυματίωση[50]και διάρροια δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση 

Η κουλτούρα της «τεμπελιάς»

 Όπως φάνηκε από τα προηγούμενα, δεν υπάρχει τρόπος να συζητήσουμε για την αποανάπτυξη χωρίς να αναφερθούμε στο θεσμό της εργασίας και να αμφισβητήσουμε τα «φυσιολογικά και αυτονόητα» σημερινά της χαρακτηριστικά που καθόλου δεν ήταν ίδια στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Ο Clastres (1992: 202-205) επεξεργαζόμενος ανθρωπολογικά δεδομένα καταλήγει στο συμπέρασμα πως για κάποιες φυλές Ινδιάνων της Λατινικής Αμερικής ο εργάσιμος χρόνος ήταν 3-5 ώρες την ημέρα[51] ενώ κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης μέρας ασχολούνταν με την περιποίηση του εαυτού τους, με γιορτές, με τον πόλεμο ή απλά μην κάνοντας τίποτα[52], πράγμα που συνιστούσε σκάνδαλο για τους νεοαφιχθέντες Ευρωπαίους. Οι οικονομίες αυτές της επιβίωσης δεν ήταν αποτέλεσμα ανικανότητας των ιθαγενών να συσσωρεύσουν πλούτο αλλά συνειδητή επιλογή τους να αρνηθούν να εργάζονται πέραν των αναγκών τους. Ο Τόμσον (χ.χ: 30) επισημαίνει πως «κάθε φορά που οι άνθρωποι ήταν κύριοι της δραστηριότητάς τους, οργάνωναν το χρόνο τους σαν εναλλαγή σκληρής δουλειάς και απραξίας» ενώ παραθέτει μια πλούσια ποικιλία πηγών που αποκαλύπτουν τις εκτεταμένες απουσίες των εργατών κατά τη Δευτέρα, τον ακανόνιστο ρυθμό εργασίας τους-πριν τους στριμώξουν στις μανιφακτούρες και τα εργοστάσια- τον κρίσιμο ρόλο της αλλαγής της αντίληψης του χρόνου και τις αντιστάσεις στην εισαγωγή ρολογιών που (μαζί με τα σχολεία) σκόπευαν την «οικονομία του χρόνου» και τη συντριβή της λαϊκής κουλτούρας της χαλαρότητας και της απραξίας που επικρατούσε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα στην Αγγλία. 

 Στόχος αυτών που προπαγάνδιζαν το νέο ήθος, ήταν η φιλοπονία και η τακτοποιημένη-προγραμματισμένη ζωή. Ο προτεσταντισμός συνεργεί στην ανάπτυξη του καπιταλισμού της εποχής με την τεράστια έμφαση που δίνει στην «εγκόσμια δραστηριότητα» ως αντίδοτο στο δόγμα του προορισμού[53] που επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των πιστών. Η εγκόσμια δραστηριότητα που μεταφράζεται και αποβλέπει βεβαίως στην επαγγελματική επιτυχία υποτίθεται ότι θα παρείχε στους ευσεβείς την ικανή εκείνη αυτοπεποίθηση που θα τους λύτρωνε από το φόβο της καταδίκης στη μετά θάνατον ζωή[54] και ίσως να ήταν το σημάδι πως ανήκει στους εκλεκτούς του Θεού (Weber, χχ: 89)[55]. Μια σειρά άλλων μελετητών (Λαφάργκ, 1981, Russell, 1932[56], Βανεγκέμ, 1997, Μάλεβιτς, 1997) αφού αναδεικνύουν το παράλογο του υπερδιογκωμένου, σε σχέση με το επίπεδο της τεχνολογίας που διαθέτουμε σήμερα, εργασιακού χρόνου, που μάλιστα τον θεωρούν και εν μέρει αίτιο των οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής[57], φτάνουν να ορίσουν την τεμπελιά ως την απολύτως αναγκαία εκείνη κατάσταση χαλάρωσης και αναστοχασμού της ύπαρξής μας. Αυτός ο γόνιμος και δημιουργικός χρόνος που μπορεί να μας δώσει τη δυνατότητα να γίνουμε καλοί πολίτες, επομένως, δεν έχει σχέση με την παρακμιακή και αντικοινωνική αποκτήνωση που συνήθως αποδίδεται στην τεμπελιά. Τέτοιου είδους αναδιαπραγματεύσεις των νοημάτων κεντρικών θεσμών της σημερινής κοινωνικο-πολιτικής συγκυρίας βάζουν σε δοκιμασία όχι μόνο τις κυρίαρχες σημασιοδοτήσεις του καπιταλιστικού φαντασιακού αλλά και του μαρξιστικού ανάλογου[58].

Επίλογος 1: ανάπτυξη και ευτυχία

Η ερώτηση-κλειδί που φανερώνει όλο το κρυμμένο καταστροφικό δυναμικό του τρέχοντος αναπτυξιακού μοντέλου είναι το «πόση ανάπτυξη παραπάνω θα σας κάνει ευτυχισμένους/ες;» ερώτηση στην οποία οι άνθρωποι αδυνατούν να δώσουν απάντηση. Το γεγονός αυτό κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει πως δεν θα ήταν ποτέ ικανοποιημένοι/ες, κατά συνεπαγωγή βρισκόμαστε σε μια ατέρμονη διαδικασία πράγμα εξαιρετικά παράλογο, ανησυχητικό και «υβριστικό» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης δηλαδή ασεβής παράβαση ορίων που επισύρει και τιμωρία. Αυτή η αέναη διαδικασία, με μαθηματική ακρίβεια θα χειροτερεύσει την οικολογική κρίση του πλανήτη, καθιστώντας έτι περαιτέρω προβληματική τη θέση ανθρώπινων και μη ανθρώπινων όντων.

 Παρόλα αυτά, ερευνητικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών για τη σχέση ανάπτυξης και ευτυχίας στις «αναπτυγμένες» χώρες του πλανήτη, οφείλουν να μας κάνουν να αντιμετωπίζουμε κριτικά το υπονοούμενο «φυσικό και αυτονόητο» δεδομένο πως περισσότερος πλούτος φέρνει απαρεγκλίτως μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Ο Easterlin (1974) βρίσκει πως σε διεθνές επίπεδο η παραπάνω συσχέτιση δεν είναι θετική[59] ενώ από ανάλογα δεδομένα της προηγούμενης δεκαετίας συνάγονται τα εξής συμπεράσματα: σε χώρες με κατά κεφαλήν εισόδημα άνω των 15000 δολαρίων (Ελλάδα : 29000 δολάρια ή 22000 ευρώ) αυξήσεις του εισοδήματος δεν σημαίνουν και αυξημένη ικανοποίηση από τη ζωή (Inglehart και Klingemann, 2000). Στις ΗΠΑ παρά τον τριπλασιασμό του κατά κεφαλήν εισοδήματος ανάμεσα στο 1950 και το 2000 το ποσοστό των «ευτυχισμένων» ανθρώπων μάλλον υποχώρησε από τα μέσα της δεκαετίας του 70, στο Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκε από 52% στο 36% κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στην Ιαπωνία υπήρξε μια μικρή μόνο άνοδος ενώ στον Καναδά οι άνθρωποι θεωρούσαν πως ήταν λιγότερο ευτυχισμένοι από τους γονείς τους όταν εκείνοι ήταν στην ίδια ηλικία. Οι ρυθμοί κατάθλιψης διπλασιάζονται κάθε δέκα χρόνια και η αυτοκτονία είναι η τρίτη συνηθέστερη αιτία θανάτου ανάμεσα στους ενήλικους νέους στις ΗΠΑ. Πορίσματα από έρευνες ψυχολόγων δείχνουν πως οι άνθρωποι με «υλιστικές» νοοτροπίες (αυτοί που μετράνε την αξία με χρήμα και υλικά αγαθά) αισθάνονται λιγότερο ευτυχισμένοι όντας παγιδευμένοι στη σισύφεια προσπάθεια της όλο και περισσότερης κατανάλωσης. Τέλος κάποιοι κοινωνιοψυχολόγοι βρίσκουν πως η βασική ανάγκη που νοιώθουν οι άνθρωποι για συμμετοχή σε ευρύτερες ομάδες (είτε οικογένεια είτε κοινότητα) μένει ανικανοποίητη δεδομένης της απαξίωσης τους που συνοδεύεται από μείωση της εμπιστοσύνης προς τον συνάνθρωπο και τη συνεπαγόμενη βεβαίως συρρίκνωση των συλλογικών δραστηριοτήτων (Jackson, 2008b: 95-97, Λατούς, 2008: 102-103).

Επίλογος 2: ανάπτυξη και θάνατος

 Ένα ψυχολογικό δεδομένο παλιό όσο τουλάχιστον και ο Επίκουρος είναι ότι η ανησυχία για το θάνατο πολλές φορές δεν είναι συνειδητή αλλά εμφανίζεται μεταμφιεσμένη ως θρησκευτικός φανατισμός ή ακόρεστη επιδίωξη συσσώρευσης πλούτου και εξουσίας. Πιθανότατα συνιστούν αντίδοτα, παρηγοριές και αντισταθμίσματα του πανικόβλητου εαυτού που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το υπαρξιακό άγχος, μέσα από συμπεριφορές που του προσφέρουν μια απατηλή αίσθηση νίκης επί του θανάτου. Η ιδέα της Προόδου που συνοδεύει τη δυτική σκέψη τους τελευταίους αιώνες και εξειδικεύεται στην ιδέα της αέναης ανάπτυξης πιθανόν είναι αυτή που προσφέρει το αναγκαίο κοινωνιοψυχολογικό υπόβαθρο ώστε η ολοκληρωτική ανάλωση στη συγκέντρωση πλούτου (Yalom, 2008: 70 και 88) να γίνει η αντιπροσωπευτική συμπεριφορά των «μονοδιάστατων» ατόμων που θέλουν να κατέχουν, καθιστώντας την οικονομική διάσταση κυρίαρχη και κομβική και εφοδιάζοντας εμάς, τους υπηκόους της βαρβαρικής συσσώρευσης υλικών αγαθών με πρωτοφανείς ρυθμούς στην ιστορία και επίσης πρωτοφανείς επιπτώσεις για τον πλανήτη, με μια επίπλαστη (και εξαιρετικά εύθραυστη) αίσθηση αθανασίας.

Συμπεράσματα

 Είναι προφανές πως δεν είμαστε πια καθόλου «μικροί» για τον πλανήτη επομένως και οι ηθικές μας υποχρεώσεις απέναντί του είναι αυξημένες. Η απελευθέρωση του Ανθρώπου από τους εξωτερικούς περιορισμούς με σκοπό τον όλο και αυξανόμενο έλεγχο και κυριαρχία επί της φύσης (δείτε εδώ τη συνεπαγόμενη υποτίμηση των εξωτερικών-οικολογικών ορίων), πιθανότατα δεν μπορεί πια να συνιστά «ηθική» επιδίωξη. Ο ηρωικός, προμηθεϊκού τύπου αγώνας ενάντια στο φυσικό κόσμο (το βασίλειο της αναγκαιότητας σύμφωνα με το Μαρξ-Οικοθεωρητικός, 2005) που συντηρούσε το όραμα ενός κόσμου όπου ο αυξανόμενος πλούτος θα ήταν φάρμακο «δια πάσα νόσο και πάσα μαλακεία» ούτε απέδωσε τα αναμενόμενα ούτε και θα μπορέσει στο μέλλον χωρίς να καταρρεύσει η Βιόσφαιρα. Αντίθετα μάλιστα, η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση δείχνει ότι ζούμε σε ένα «παράλογο» καθεστώς όπου παρά τον πρωτοφανή πλούτο (ή μήπως λόγω του πλούτου αυτού;) οι μισθοί μένουν στάσιμοι[60] η ανεργία και η φτώχεια αυξάνουν[61], οι συγκρούσεις δεν σταμάτησαν[62] και η ευτυχία δεν αυξάνεται όπως θα περιμέναμε. Είμαστε παγιδευμένοι/ες σε μια κοινωνική συνθήκη ασφυκτικά οργανωμένη γύρω από το οικονομικό την οποία οφείλουμε να ξαναμελετήσουμε για να δούμε που κάναμε λάθος συντρίβοντας τον κοινωνικό ιστό και καταρρακώνοντας τα φυσικά οικοσυστήματα. Πιθανώς με άξονα την αποανάπτυξη μπορούμε να αναδιοργανώσουμε το φαντασιακό μας σύμπαν επεξεργαζόμενοι/ες ηθικές αξίες αφενός συμβατές με την ευημερία της Βιόσφαιρας, αφετέρου και κάτω από το φως των νέων δεδομένων για την εργασία και τον ελεύθερο χρόνο (τεμπελιά), για την ευτυχία και το θάνατο, σύμφωνες με μια ανθρώπινη φύση που επιμένει να ξαναθέτει μαζί με τον Καστοριάδη το θεμελιακό και αιώνιο ερώτημα: τι είναι η ανθρώπινη ζωή; Ζούμε για ποιο λόγο;


Βιβλιογραφία

Aries, Paul (2010) Decroissance et Gratuite: moins de biens, plus de liens, Golias, Villeurbanne

Βανεγκέμ, Ραούλ (1997) Εγκώμιο της Εκλεπτυσμένης Τεμπελιάς, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα

Βιριλιό, Πωλ (1997) Καθαρός Πόλεμος, μια Συζήτηση με τον Sylvere Lotringer, Νησίδες, Σκόπελος

Bosquet, Michel (Andre Gorg) (1984) Οικολογία και Πολιτική, Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνης, Αθήνα

Γεωργόπουλος, Αλέξανδρος (2002) Περιβαλλοντική Ηθική, Gutenberg, Αθήνα

Γιόκαρης, Βασίλης (χ.χ) Οι Πράσινοι-Εναλλακτικοί στη Δυτική Γερμανία, Κίνηση-Κομμούνα, Αθήνα008) Le Choc de la Decroissance, Seuil, Paris

Cheynet, Vincent (2008) Le Choc de la Decroissance, Seuil, Paris

Clastres, Pierre (1992) Η Κοινωνία Ενάντια στο Κράτος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα

Cochet, Yves (2007) Tout ce qui croit, decroitra, Entropia, 3, σελ. 45-53

Cohn-Bendit, Daniel (2010) Τι Να Κάνουμε; Κέδρος, Αθήνα

Daly, Herman, E (2008) Τα Οικονομικά σε ένα Πλήρη Κόσμο, στο Με τα Μάτια στο Μέλλον, Scientific American-Ελληνική Έκδοση, Κάτοπτρο, Αθήνα

Εasterlin, Richard A. (1974) “Does Economic Growth Improve the Human Lot?” στο Paul A. David and Melvin W. Reder, eds., Nations and Households in Economic Growth: Essays in Honor of Moses Abramovitz, Academic Press, Inc., New York

Ekins, P (1993) “Limits to Growth” and “Sustainable Development”: Grappling With Ecological Realities,Ecological Economics, 8, σελ. 269-288

Ζολώτας, Ξενοφών, Ε (1982) Οικονομική Μεγέθυνση και Φθίνουσα Κοινωνική Ευημερία, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα

Georgescu-Roegen, Nicolas (1971) The Entropy Law and the Economic Process, Cambridge/Mass andLondon) 

Gossart, Cedric (2010) Η Πράσινη Τεχνολογία Φέρνει Αύξηση της Κατανάλωσης, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία-LE MONDE diplomatique, 22 Αυγούστου, σελ 23

Inglehart, Ronald, Klingemann, Hans-Dieter (2000) Genes, Culture, Democracy and Happiness, στο Ed. Diener, Eunkook Suh (eds.) Culture and Subjective Well-being, MIT Press, Cambridge, Mass.

Inglehart, (1977) The Silent Revolution: Changing Values and Political Styles Among Western Publics, Princeton University Press

Jackson, Tim (2008) Why Politicians Dare Not Limit Economic Growth, New Scientist, no 2678, October

Jackson, Tim (2008b) Lifestyles για την Αειφορία, στο Η Κατάσταση του Κόσμου: Καινοτομίες για μια Πράσινη Οικονομία, ΔΗΩ και Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη, Αθήνα

Καλλής, Γιώργος (2009) Ημερίδα για την Οικονομία, Οικολόγοι Πράσινοι, Θεσσαλονίκη

Κιρκινέ, Ευαγγελία (1997) Ken Saro-Wiwa: Πεθαίνοντας για το Πετρέλαιο, Αρνούμαι, τ. 11, σελ. 49-52

Κολέμπας, Γιώργος (2009) Τοπικοποίηση, Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη

Λατούς, Σερζ (2008) Το Στοίχημα της Αποανάπτυξης, Βάνιας, Θεσσαλονίκη

Λαφάργκ, Πωλ (1981) Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα

Lipietz A (2000) From Marx to Ecology and Return? A Brief Reply, Capitalism, Nature, Socialism, June, vol. 11, no. 2 (issue 42), σελ.102-110

Lovins, Amory, B (2008) Περισσότερα Κέρδη με Λιγότερο Άνθρακα, στο Με τα Μάτια στο Μέλλον, Scientific American-Ελληνική Έκδοση, Κάτοπτρο, Αθήνα

Μάλεβιτς, Καζιμίρ (1997) Η Τεμπελιά, Πραγματική Αλήθεια του Ανθρώπου, Νησίδες, Θεσσαλονίκη

Meadows, Donella, H., Meadows, Dennis, L., Randers, Jorgen, Behrens, Willialm, W (1972) The Limits to Growth, Universe Books, New York

Mol, Arthur P. J., Sonnenfeld, David A. (2000) Environmental Politics 9(1), σελ. 3-16

Μοδινός, Μ (1988) Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο. Η Γεωγραφία της Υπανάπτυξης, Εξάντας, Αθήνα

Μοδινός, Μ (1996) Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο

Mongeau, Serge (2007) Decroissance et santé, στο Serge Mongeau (ed.) Objecteurs de Croissance, Ecosociete, Montreal, Quebec

Μποτετζάγιας, Ιωσήφ, Καραμίχας, Γιάννης (2008) Περιβαλλοντική Κοινωνιολογία, Κριτική, Αθήνα

Οικοθεωρητικός, (2005) Παραγωγισμός, Προμηθεϊσμός, Βιομηχανισμός και η Αξία της Φύσης στον Μάρξ,Εν Οίκω, τ. 62, Σεπτέμβριος, σελ. 13-14

Πάντζου, Χριστίνα (2010) Η Δικτατορία του Βραχυπρόθεσμου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 16 Μαίου, σελ. 38

Παπαδόπουλος, Αλέκος (2009) Αδημοσίευτη Εργασία

Παπακωνσταντίνου, Πέτρος (2010) Το Μελαγχολικό Φθινόπωρο της Εργασίας, Καθημερινή, 12 Σεπτεμβρίου, σελ. 23

Παππάς, Τάσος (2010) Η Τραγωδία Ενός «Θαύματος», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 22 Αυγούστου, σελ. 17

Peet, J. (2006). Sustainable Development Indicators and Human Needs. Sustainable Development Indicators in Ecological Economics: current issues, Edward Elgar Publishing.

Rosenbloom, Stephanie (2010) Ουκ εν τω Πολλώ το Ευ, New York Times-Ελευθεροτυπία, 14-15 Αυγούστου, σελ. 1

Sachs, W (1993) Global Ecology and the Shadow of “Development”, στο Global Ecology, Zed Books, London.

Τόμσον, Ε. Π (χ.χ) Χρόνος, Εργασία και Βιομηχανικός Καπιταλισμός, Κατσάνος, Θεσσαλονίκη

Τρούμπης, Ανδρέας (2005) Η Θολή Προοπτική της Θεωρητικής Ενοποίησης του Περιβαλλοντικού Προβλήματος: η Συνεισφορά των Επιστημών της Φύσης, στο Περιβάλλον και Κοινωνία, Gutenberg, Αθήνα

Φρομ, Έριχ (1978) Να Έχεις ή Να Είσαι; Μπουκουμάνης, Αθήνα

Φώσκολος, Αντώνιος (2008) Τα Παγκόσμια Ενεργειακά Αποθέματα των μη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Υδρογονάνθρακες, Ουράνιο). Ζήτηση και Παραγωγή, Επιπτώσεις από την Αναμενόμενη Έλλειψή τους, Ομιλία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 9 Απριλίου

νεται της .αλλά αυτό τταυτό το alm, W (1972) The Limits to Growth,

United Nations Development Programme, UNDP (1991 και 1994) Human Development Report, Oxford University Press, Oxford.

Wines, Michael (2010) Εκατομμύρια Κάμερες Πάνω στην Κίνα, New York Times-Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 14-15 Αυγούστου, σελ. 4







[1] Επειδή όταν συζητάμε για ανάπτυξη συνήθως αναφερόμαστε στην οικονομική της διάσταση, θα μεταχειρίζομαι και τον όρο «μεγέθυνση» ως ισοδύναμό της.

[2] Νεότερα δεδομένα: το μέγιστο της ανακάλυψης νέων αποθεμάτων πετρελαίου ξεπεράστηκε στα χρόνια του 60 ενώ από το 1981 παγκοσμίως αρχίζει να χρησιμοποιείται περισσότερο πετρέλαιο από όσο ανακάλυπτεται. Το μέγιστο της παγκόσμιας παραγωγής (peak production) για το πετρέλαιο φαίνεται να είναι επικείμενο http://www.peakoil.net/about-peak-oil (15-9-2010), αν και άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται πως το ξεπεράσαμε από το 2005 (Φώσκολος, 2008) ή γύρω στο 2009 (Cochet, 2007: 47), γεγονός που σημαίνει πως το 50% του αποθέματος της ενεργειακής αυτής πρώτης ύλης έχει καταναλωθεί. Το μέγιστο της παραγωγής συνοδεύεται από κατακόρυφη αύξηση των τιμών (δες πχ την τιμή ρεκόρ του πετρελαίου το 2008 και το ότι μια λίμπρα (livre) ουρανίου-πριν καν περάσει το μέγιστο της παραγωγής του- κόστιζε 7 δολάρια το 2001, 60 δολάρια το 2006 και 100 το 2007-Cochet, 2007: 52) και επειδή η παραγωγή των άλλων ενεργειακών πόρων θα περάσει από το μέγιστο το 2012-2021 (φυσικό αέριο), το 2021-2025 (λιθάνθρακας) και 2035 (ουράνιο) αναμένεται ενεργειακή κρίση (Φώσκολος, 2008). Είμαστε έτοιμοι/ες να την αντιμετωπίσουμε;να: δεδομα δεδομα σύννεφο, σε΄

[3] O κανόνας της εντροπίας που διέπει τις οικονομικές δραστηριότητες στηρίζεται στο ότι η Γη είναι ένα ανοιχτό θερμοδυναμικό σύστημα που δέχεται ενέργεια μόνο από τον ήλιο. Επομένως στο εσωτερικό του ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που του θέτουν οι πόροι (και η μέσα σε αυτούς αποθηκευμένη ηλιακή ενέργεια) που έχει στη διάθεσή του.

[4] http://www.stwr.org/globalization/why-politicians-dare-not-limit-economic-growth.html

[5] http://hdr.undp.org/en/media/hdr_1992_en_overview.pdf (13-9-2010)

[6] http://hdr.undp.org/en/media/hdr_1999_en_overview.pdf , σελ. 2 (13-9-2010)

[7] Ο Henry Wallich, διοικητής τής αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας την περίοδο 1974-1986, είχε δηλώσει: «Η οικονοµική µεγέθυνση είναι ένα υποκατάστατο της εισοδηµατικής ισότητας. Όσο υπάρχει µεγέθυνση, υπάρχει ελπίδα, και η ελπίδα κάνει υποφερτές τις µεγάλες εισοδηµατικές ανισότητες. (…) Η µεγέθυνση είναι ένα πολιτικό υπνωτικό.

[8] Για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 1900 και 2000 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 298% ( http://www.parliament.uk/documents/commons/lib/research/rp99/rp99-111.pdf, σελ. 23-16-9-2010) ενώ το ελληνικό ΑΕΠ εικοσαπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1830 και το 1939 (Κωστελένος, Γ, Βασιλείου, Δ, Κουνάρη, Ε, Πετμεζάς, Σ, Σφακιανάκης, Μ http://www.kepe.gr/pdf/Joint/abs_joint1.pdf (16-9-2010). Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία η εργάσιμη ώρα ήταν 12 ώρες, ενώ στην Αγγλία ήταν 10 ώρες την ημέρα (Λαφάργκ, 1981: 31-32)

[9] Η ταχύτητα υπονομεύει την ικανότητα αυτοσυγκέντρωσης, δυσχεραίνοντας τη διαδικασία της σκέψης και του προβληματισμού. Ντοπάρει. Λειτουργεί σαν αντίδοτο στις αμφιβολίες και τα προβλήματα. (…) η πολιτική γίνεται η «ταχεία διαχείριση του άμεσου» (…) στα κοινοβούλια οι βουλευτές «ξεπετούν» μέσα σε μια μέρα νόμους, χωρίς έρευνα σε βάθος και προβληματισμό αναφορικά με τις μακροπρόθεσμες συνέπειές τους (…) η έλλειψη στοχασμού και μακροπρόθεσμης προοπτικής και η επικέντρωση στην αποτελεσματικότητα οξύνει την κρίση της δημοκρατίας (Ζαν Λουί Σερβάν Σρεμπέρ, αναφέρεται από Πάντζου, 2010)

[10] Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Δανία έχει το μικρότερο χρέος (42% ως ποσοστό του ΑΕΠ), ακολουθεί η Ισπανία με 53% ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για Ιρλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, Βρετανία, Πορτογαλία, Γαλλία κυμαίνονται ανάμεσα στο 60 και 80% και της Ελλάδας και Ιταλίας έχουν σκαρφαλώσει στο 115%http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4579188 (12-6-2010)

[11] Δες εδώ και την ηθική διάσταση του θέματος: η παραπάνω κατανάλωση που καλούμαστε να πραγματοποιήσουμε παραπάνω από την αγοραστική μας δύναμη πραγματοποιείται από μας μόνο και μόνο διότι άλλοι άνθρωποι που θα ήθελαν δεν έχουν το απαιτούμενο τρέχον εισόδημα και επί πλέονθεωρείται ότι δεν διαθέτουν ούτε τις προοπτικές να το αποκτήσουν μελλοντικά (Παπαδόπουλος, 2009)

[12] Οι οφειλές των καταναλωτών στις ΗΠΑ από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το 1995 εκτινάχθηκαν στα 2,5 τρισεκατομμύρια το 2007 (Jackson, 2008b: 104)

[13] http://www.oecd.org/dataoecd/20/40/37551205.pdf (31-8-2010). Δες επίσης σχετικά με το ζήτημα αυτό την παρουσίαση της θεωρίας του οικολογικού εκσυγχρονισμού στο Μποτετζάγιας και Καραμίχας, 2008: 187-224

[14] Ας θεωρήσουμε ως «χελώνα» την αύξηση του πληθυσμού και των καταναλωτικών αγαθών και ως «λαγό» την τεχνολογική αποτελεσματικότητα. Ας υποθέσουμε επίσης ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις (που ίσως δεν είναι όσο ακριβείς θα επιθυμούσαμε αλλά βολικές προς στιγμήν) ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται κατά 50% μέχρι το 2050 για να φτάσει τα 9-10 δισεκατομμύρια και τα καταναλωτικά αγαθά τετραπλασιάζονται για να αντιμετωπιστεί η φτώχεια του Τρίτου Κόσμου. Για να προκύψει ένας υποδιπλασιασμός των συνολικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με την εξίσωση

[πληθυσμός (1,5)*κατανάλωση (4)*τεχνολογία(Χ)= περιβαλλοντικές επιπτώσεις(0,5)] του οικονομολόγου Ekins (1993) η παράμετρος Χ δηλαδή η «τεχνολογία» θα πρέπει να ισούται με 1/12. Με άλλα λόγια θα πρέπει να γίνει 12 φορές πιο καθαρή τα επόμενα 50 χρόνια! Αν θέλουμε ίδια περιβαλλοντική κατάσταση όπως η σημερινή, η τεχνολογία πρέπει να καταφέρει να γίνει 6 φορές καθαρότερη. Δύσκολο καθήκον…(Το παράδειγμα αναφέρεται από τον Τρούμπη (2005:102) υποθέτοντας την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού στα 12-13 δισεκατομμύρια που τη θεωρώ υπερβολική)

[15] Δείτε το παράδειγμα με δύο ανθρώπους που αποφασίζουν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους «υπηρεσίες»: ο ένας μαθαίνει στον άλλο/η πιάνο (μια ώρα το μήνα) και ο δεύτερος/η μαθαίνει στον πρώτο ιταλικά (μια ώρα το μήνα). Αποφασίζουν να μεγεθύνουν το ποσό της υπηρεσίας αυτής. Προφανώς η μόνη παράμετρος η οποία μπορεί να μεγεθυνθεί είναι ο χρόνος. Η μια ώρα το μήνα γίνεται μια ώρα την εβδομάδα, μετά μια ώρα κάθε μέρα, αργότερα δυο φορές τη μέρα. Επειδή δεν μπορούν να μεγεθύνουν περισσότερο την ανταλλασσόμενη «υπηρεσία» αυτή, θα πρέπει να αρχίσουν να συμπυκνώνουν την ύλη του κάθε μαθήματος πράγμα που ξανά είναι μια προσπάθεια «πύκνωσης» του χρόνου το ίδιο παράλογη όσο η «πύκνωση» των προϊόντων που εκπροσωπείται από την κλασσική οικονομική μεγέθυνση (Cheynet, 2008: 30)

[16] Ο όρος «θυσιάζεται» χρησιμοποιείται για να δείξει πως τα πιθανά οφέλη από τα κατασκευαζόμενα αντικείμενα έχουν λιγότερη αξία από τις αβαρίες που θα υποστεί η κοινωνία σε επίπεδο ευημερίας (υγείας, ασφάλειας, δικαιωμάτων των επόμενων γενεών κλπ). Αυτό το στάδιο της εξέλιξης της οικονομίας είναι αυτό που περιγράφεται ως αντιοικονομική μεγέθυνση από τον Daly (2008: 144-145). Δες επίσης για το ίδιο θέμα και Ζολώτας (1982)

[17] http://www.eyploia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=63:fantastikos-planitis&catid=44&Itemid=71 (14-6-2010)

[18] Περίπου 1.4 δισεκατομμύρια άτομα ξοδεύουν 1.25 δολάρια (2009) ενώ το 2004 τα άτομα που διέθεταν 1 δολάριο τη μέρα ήταν 984 εκατομμύρια http://www.globalissues.org/article/4/poverty-around-the-world#WorldBanksPovertyEstimatesRevised (14-6-2010)

[19] Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD) ζήτησε πρόσφατα τη θεσμοποίηση του γενικευμένου ελάχιστου μισθού http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=17&artid=198599&dt=06/10/2007 (13-9-2010)

[20] Το 20% πλουσιότερο ποσοστό μπορεί να αγοράσει και να καταναλώσει το 58 % της συνολικής ενέργειας, ενώ το 20% φτωχότερο δεν μπορεί να αγοράσει παρά μόνο το 4%.

[21] Στην Ελλάδα οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που εισέπρατταν τα λεγόμενα golden boys ή golden girls αντίστοιχα που μάλιστα «υπηρετούσαν» ως ανώτερα στελέχη σε δημόσιους οργανισμούς (Εθνική Τράπεζα, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΟΤΕ, Ελληνικά Πετρέλαια, ΕΡΤ κλπ) και που αποτελούσαν πρόκληση σε σχέση με τα 400 ευρώ των μικροσυνταξιούχων του ΙΚΑhttp://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4542216&ct=3 (15-9-2010)

[22] Για να σπάσει ο φαύλος κύκλος «δουλεύω ολοένα περισσότερο για να πληρώνω όλα όσα δεν έχω πλέον χρόνο να κάνω µόνος µου»

[23] Θα πρέπει να τονιστεί πως σκοπός είναι ο ελεύθερος χρόνος που δεν κατασκευάζεται όμως από τη βιομηχανία της διασκέδασης οπότε καταλήγει το ίδιο αλλοτριωτικός όπως η μισθωτή εργασία, χρήσιμος μόνο για να αναπαράξει την εργατική δύναμη έτσι ώστε την επόμενη μέρα να μπορέσει ο εργαζόμενος να ξαναδουλέψει με μεγαλύτερη ένταση και πιο παραγωγικά.

[24] Ο Max-Neef πρότεινε εννέα βασικές ανθρώπινες ανάγκες που πρέπει να καλύπτονται για να ζει κάποιος ευτυχισμένος: διατροφή, προστασία, στοργή, κατανόηση, συμμετοχή, ψυχαγωγία, δημιουργία, ταυτότητα και ελευθερία. Από τις εννέα ανάγκες, μόνο η διατροφή και η προστασία καλύπτονται με υλικό τρόπο (αναφέρεται από τον Peet 2006: 415).

[25] Δες και το σκεπτικό των Νέων Ευρωπαίων Πράσινων για το ίδιο θέμαhttp://www.fyeg.org/wiki/index.php?n=SocEco.HomePage

[26] Όπως αναφέρει ο Φρομ «μέσα στον καταναλωτισμό υπάρχει η τάση για το καταβρόχθισμα ολόκληρου του κόσμου» (1978: 45)

[27] http://en.wikipedia.org/wiki/Slow_Food (11-6-2010)

[28] Δες πχ τον τίτλο κινηματογραφικού έργου της δεκαετίας του 70: «αν σήμερα είναι Δευτέρα αυτό πρέπει να είναι το Βέλγιο»

[29] http://en.wikipedia.org/wiki/Downshifting (13-6-2010)

[30] Σύμφωνα με ένα γκάλοπ του Νοεμβρίου του 2004, κατά τα προηγούμενα πέντε χρόνια, 48% των Αμερικανών «αποσυμπίεσαν» (downshifted) τις ζωές τους με ένα από τους επόμενους τρόπους: μείωσαν τις ώρες εργασίας, αρνήθηκαν ή δεν ζήτησαν προαγωγή, μείωσαν τις προσδοκίες αναφορικά με το τι περιμένουν από τη ζωή τους, μείωσαν τα καθήκοντα τα σχετικά με τη δουλειά τους ή μετακόμισαν σε μια κοινότητα όπου ο τρόπος ζωής ήταν λιγότερο έντονοςhttp://www.investopedia.com/articles/pf/08/simple-life.asp (13-6-2010)

[31] Δες πχ άρθρο της Rosenbloom (2010) που δημοσιεύτηκε στους New York Times και αναδημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, με τον αποκαλυπτικό τίτλο: Ουκ εν τω πολλώ το ευ.

[32] http://www.ovolos.gr/ (10-6-2010)

[33] http://en.wikipedia.org/wiki/Local_Exchange_Trading_Systems (10-6-2010)

[34] http://en.wikipedia.org/wiki/BookCrossing (10-6-2010)

[35] Δες πχ Wines (2010)-άρθρο των New York Times στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία όπου αναφέρεται πως εκατομμύρια κάμερες παρακολουθούν τους Κινέζους πολίτες σε σχολεία, καταστήματα, λεωφορεία, ταξί, μουσεία, γκαλερί, με πρόσχημα την πάταξη της εγκληματικότητας αλλά στην ουσία την παρακολούθηση των αντιφρονούντων

[36] Παρά την αύξηση του ΑΕΠ με διψήφιους αριθμούς κατά τα τελευταία 15 χρόνια, μόλις το 25% του αστικού πληθυσμού και το 10% του αγροτικού έχει πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η Κίνα είναι 187η στον κόσμο ανάμεσα σε 190 χώρες, με κριτήριο την ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας ενώ το 90% των εργαζόμενων είναι ανασφάλιστοι (Λάσκος, «Αυγή», 2-11-2008, αναφέρεται από Παππάς, 2010)

[37] Στην Κίνα βρίσκονται οι 6 από τις 10 πιο μολυσμένες πόλεις του πλανήτη ενώ η οικονομία της για το ίδιο παραγωγικό αποτέλεσμα σπαταλάει 7 φορές περισσότερους πόρους από την Ιαπωνία, 6 από τις ΗΠΑ και 3 από την Ινδία ((Λάσκος, «Αυγή», 2-11-2008, αναφέρεται από Παππάς, 2010)

[38] Από το 2008 έχουν σημειωθεί 58 αυτοκτονίες υπαλλήλων της. Τον Απρίλιο η εισαγγελία στο Παρίσι ξεκίνησε δικαστική έρευνα για την υπόθεση μετά από μήνυση που κατέθεσε το συνδικάτο Sud PTT κατηγορώντας την France Telecom ότι σκοπίμως δημιουργεί ένα αφόρητο εργασιακό περιβάλλον, ώστε οι υπάλληλοί της να παραιτούνται κι η εταιρία να μειώνει το εργατικό της δυναμικό περιορίζοντας τις δαπάνες της http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_11/09/2010_354824 (15-9-2010)

[39] Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βιομηχανία κατασκευής ηλεκτρονικών υλικών στον κόσμο που προμηθεύει με προϊόντα μεγάλες πολυεθνικές, ανάμεσά τους την Apple, τη Hewlett Packard και τη Sony. Σύμφωνα με πληροφορίες εφημερίδας που αργότερα μηνύθηκε από την εταιρεία, οι εργάτες της δουλεύουν 12 ώρες, επτά μέρες τη βδομάδα, καμιά φορά φτάνουν τις 80 ώρες υποχρεωτικές υπερωρίες το μήνα, ένοπλοι φρουροί φυλάνε τις εγκαταστάσεις της, απαγορεύεται κάθε συνομιλία μεταξύ εργαζομένων την ώρα της εργασίας και τιμωρούνται οι εργαζόμενοι (πχ με υποχρεωτική ορθοστασία) για μικρά παραπτώματα έναντι μισθού πείνας 145 ευρώ το μήνα, ενώ τελευταία ζητά από τους υπαλλήλους της να δεσμευτούν γραπτώς ότι δεν θα αυτοκτονήσουν (!) και αναγγέλλει αυξήσεις μισθών στα 240 ευρώhttp://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=2&artid=333839&dt=26/05/2010 (15-9-2010)

[40] Δες επίσης http://www.thirdworldtraveler.com/Boycotts/Flames_Shell.html (16-9-2010)

[41] Εν τέλει μάλλον πρέπει να παραδεχτούμε πως η ανάπτυξη έχει ανάγκη τις ανισότητες που τις θεωρεί ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, και απαντά σε αυτές με περισσότερη ανάπτυξη, δήθεν για να τις αντιμετωπίσει, αλλά στην ουσία τις αναπαράγει σε ένα άλλο επίπεδο με μεγαλύτερη ένταση. Στο σύγχρονο κόσμο, όλο και δυσκολότερα μπορεί κάποιος/α να επιβιώσει ως φτωχός/ή: χρειάζεται το ΙΧ για να μπορεί να δραπετεύσει από την κόλαση της μεγαλούπολης, δεν διανοείται να ζήσει χωρίς κινητό τηλέφωνο, ώστε να μπορεί πάντα κάποιος να τον βρει μέσα στην «φυσιολογική και αυτονόητη» ατμόσφαιρα της ταχύρρυθμης ανταπόκρισης στις γεωμετρικά αυξανόμενες υποχρεώσεις, ενώ το κλιματιστικό καταντά απαραίτητο λόγω της μείωσης του πράσινου και της συνεπαγόμενης αλλαγής του μικροκλίματος στην πόλη (Μοδινός, 1996).

[42] Δες και το παράδειγμα της υποθετικής παγκόσμιας δημοκρατίας όπου κατά πάσα πιθανότητα η κυβέρνηση θα ήταν μια σινο-ινδική συμμαχία, η οποία για να μπορέσει να επανεκλεγεί θα προσπαθούσε να αναδιανείμει τον παγκόσμιο πλούτο δικαιότερα, μεταφέροντάς τον από την πλούσια Δύση στην φτωχή Ανατολή (Aries, 2010: 38)

[43] Δες για παράδειγμα πως ενήλικοι μορφωμένοι που ηγούνται μάλιστα δημοσίων θεσμών μεγάλης σημασίας φτάνουν να δηλώσουν με περισσή παιδική ανευθυνότητα ότι «αυτό που μετράει για μένα είναι η ελευθερία (…) θέλω να μπορώ να αγοράσω τα πουκάμισά μου από το Χονγκ-Κόνγκ και τις κάλτσες μου από την Ινδία. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει!» (Cheynet, 2008: 98). Δες επίσης σε σχέση με την πιεστική επιθυμία παιδικού τύπου για περισσότερη κατανάλωση, την αναφορά του Φρομ στον καταναλωτή που είναι «το αιώνιο βρέφος που κλαίει για το μπουκάλι του» (1978: 45).

[44] Η Αυστραλία δεσμεύτηκε να τους θέσει εκτός νόμου μέχρι το 2010 (Jackson, 2008b: 106)

[45] Στις σκανδιναβικές χώρες άρχισαν ήδη περιορισμοί και απαγορεύσεις των τηλεοπτικών διαφημίσεων που απευθύνονται σε παιδιά όπως επίσης και των διαφημίσεων που αναφέρονται σε «καθαρά», «πράσινα» ή «φιλικά προς το περιβάλλον» αυτοκίνητα ενώ στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας απαγορεύτηκαν οι διαφημίσεις στους εξωτερικούς χώρους (Jackson, 2008b: 107)

[46] Πχ ο Τσάβες απαγόρευσε τα γήπεδα γκόλφ (Aries, 2010: 134)

[47] Να σημειωθεί πως οι αποφάσεις που παίρνουμε ως πολίτες είναι πολύ σημαντικότερες από αυτές που παίρνουμε με τα πορτοφόλια μας. Δες μια συνηγορία της άποψης αυτής στοhttp://www.frugalfun.com/citizen-vs-consumer.html

[48] Πχ. στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από το 1988, περί τα 2000 αυτοκίνητα σταθμεύουν στα πεζοδρόμια της πανεπιστημιούπολης, εμποδίζοντας και ταλαιπωρώντας τους υπόλοιπους 30000 πεζούς φοιτητές/τριες και εργαζόμενους/ες.

[49] Η διαδικασία αυτή του «δημοκρατικού» σφετερισμού πόρων από τους οικονομικά ισχυρούς καταναλωτές φαίνεται να υποκινείται από την-παιδικού τύπου-διαφημιστική παρόρμηση παρά από την ορθολογική επεξεργασία των αναγκών. Εδώ, η αίσθηση επικρατεί της σκέψης, το εγώ επικρατεί επί του εμείς, το τώρα επικρατεί επί του αργότερα, ο εγωισμός επικρατεί επί του αλτρουισμού, η εκχώρηση δικαιωμάτων επικρατεί επί της υπευθυνότητας, ο ατομισμός επικρατεί επί της κοινότητας και το προσωπικό επικρατεί επί του δημόσιου. Η κοινωνία αυτή μοιάζει σαν να κυβερνιέται από 12χρονους.

http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2007/04/06/AR2007040600049.html (16-9-2010)

[50] Επειδή η φυματίωση προσβάλει περισσότερο τους φτωχούς, οι φαρμακευτικές εταιρίες δε βρίσκουν συμφέρουσα την αγορά αυτή για την παρασκευή νέων φαρμάκων

http://www.msf.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1281&Itemid=237 (16-9-2010)

[51] Το ίδιο προτείνουν και οι Λαφάργκ (1981/1883) και Russell (1932)

[52] Αυτό το «τίποτα» μάλλον πρέπει να εννοηθεί ως «τίποτα παραγωγικό» με την έννοια που δίνουμε εμείς σήμερα. Η τεμπελιά έχει συκοφαντηθεί ως κατάσταση απάθειας, υπακοής, κενού, σκοταδισμού, νωθρότητας αλλά στην πραγματικότητα εκεί μέσα χωρούν πολλές ευαισθησίες. Δείτε το παρακάτω απόσπασμα: ένας διευθυντής χάνει τη δουλειά του και βρίσκει μια γωνιά στην εξοχή που τον υποδέχεται. Καλλιεργεί λίγες κληματαριές. Ένας λαχανόκηπος, μερικές κότες και η φιλία των γειτόνων αρκούν για τις ανάγκες του. Αρχίζει να ανακαλύπτει εντυπωσιακά πράγματα: τη δύση του ήλιου, το παιγνίδισμα του φωτός κάτω από τα δέντρα, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη γεύση του ψωμιού που ζύμωσε κα έψησε, το τραγούδι των βατράχων, το συναρπαστικό σχήμα της ορχιδέας, τις ονειροπολήσεις της γης την ώρα της πρωινής και της εσπερινής δροσιάς. Η αποστροφή για μια ύπαρξη αναλωμένη μέσα στην άγνοια του εαυτού του, του πρόσφερε μια θέση στο σύμπαν. Το μόνο που απέμενε ήταν να μάθει πώς να την κατακτήσει» (Βανεγκέμ, 1997: 18), μαθαίνοντας ταυτόχρονα «να μην κάνει τίποτα, να επινοεί, να δημιουργεί, να ονειρεύεται, να φαντάζεται» (ό.π, 25), μέσα σε μια «ρεμβώδη ανεμελιά που αρκεί για να υφάνει τον ιστό κάποιων λεπτών σχέσεων. Αντιλαμβάνεται χίλιες παρουσίες στο χορτάρι, στα φύλλα, σε ένα σύννεφο, σε ένα άρωμα, σε ένα τοίχο, σε ένα έπιπλο, σε μια πέτρα» (ό.π, 37)

[53] Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί μόνος του, ο Θεός αποφάσισε ότι μερικοί μόνο μπορούν να σωθούν, τους έχει προεπιλεγμένους «εκ μόνης της χάριτος και της αγάπης Του» και όχι από τα έργα τους και κάποια στιγμή θα τους ανελκύσει από την κατάσταση της αμαρτίας και του θανάτου δωρίζοντάς τους την αιώνια ζωή (Weber, χχ: 79-80, παράθεση από τη Διακήρυξη του Γουέστμίνστερ που γράφτηκε το 1647)

[54] Την περίοδο γύρω στα 1700 στην Αγγλία άνθιζε μια παραφιλολογία ηθικών συμβουλών προς το γενικό πληθυσμό που προπαγάνδιζε την εργασία και την οικονομία του χρόνου, ανάγοντάς τα σε ηθικούς κανόνες και συνδέοντάς τα ακόμη και με τη μεταθανάτια ζωή. Από το Βενιαμίν Φραγκλίνο (ο χρόνος είναι χρήμα) μέχρι διάφορους λιγότερο γνωστούς ηθικολόγους της εποχής (δες Τόμσον, χχ: 51-55) προπαγάνδιζαν μια ανελέητα φειδωλή αντίληψη του χρόνου που «κυλάει αδυσώπητα» και δεν πρέπει να χαραμίζεται διότι πιθανόν να μας εξασφαλίσει τη σωτηρία της ψυχής μας αν αποδείξουμε πως τον εκμεταλλευτήκαμε αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια της Εργάσιμης Μέρας μας.

[55] Ακόμη και η τότε εγκόσμια εκδοχή του αναδυόμενου παραγωγισμού που έθετε ως κεντρικό καθήκον του ατόμου να αυξάνει το κεφάλαιό του (εκφράζεται γλαφυρά από τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, αποσπάσματα του οποίου παραθέτει ο Weber, χχ: 37-39) γίνεται αυτοσκοπός που στη σημερινή συγκυρία αποπνέει ένα θεολογικό άρωμα: έτσι εξηγείται η αναφορά στη «λατρεία της παραγωγής» ή τη «θρησκεία της ανάπτυξης» στις οποίες αναφέρεται ο οικολογικός προβληματισμός κριτικάροντάς τες ως κάποιου τύπου «ιερές» διαδικασίες που εκφεύγουν της ορθολογικής κριτικής.

[56] http://www.zpub.com/notes/idle.html (16-9-2010)

[57] Ας υποθέσουμε -λέει ο Russell- πως ένας αριθμός εργατών εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα και κατασκευάζει καρφίτσες. Μετά από λίγο καιρό γίνεται μια εφεύρεση που επιτρέπει στους εργάτες αυτούς να κατασκευάζουν διπλάσιες καρφίτσες στον ίδιο χρόνο. Σε ένα λογικό κόσμο, η εργάσιμη μέρα των εργατών αυτών θα μειωνόταν στις 4 ώρες και όλα θα ήταν όπως πριν. Αλλά στον κόσμο που ζούμε οι άνθρωποι αυτοί θα δουλεύουν πάλι 8 ώρες, με συνέπεια κάποιοι από τους εργοδότες τους να χρεωκοπήσουν, οι μισοί εργάτες να απολυθούν και οι υπόλοιποι να υπερεργάζονται. Ο ελεύθερος χρόνος αντί να αποτελέσει πηγή ευτυχίας, προξενεί δυστυχία γύρω του. Υπάρχει μεγαλύτερη παραφροσύνη;http://www.zpub.com/notes/idle.html (16-9-2010)

[58] Σήμερα πια δεν μπορούμε να υποστηρίζουμε πως «η εκμεταλλευτική και αλλοτριωτική ανάπτυξη των σχέσεων και των δυνάμεων της παραγωγής στον καπιταλισμό παραδόξως δημιουργεί το δυναμικό για πιο ικανοποιητικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπινων όντων και των φυσικών συνθηκών τους» αλλιώς επανεισάγουμε τον τυπικό τελεολογικό παραγωγισμό που συνιστά τον κοινό πυρήνα του Μαρξ και του Στάλιν (Lipietz, 2000).

[59] Δες τα σχετικά άρθρα και τη συζήτηση που επακολούθησε για το θέμα αυτό ανάμεσα στον Easterlin και τους ερευνητές που διαφωνούσαν με τα συμπεράσματά του στοhttp://en.wikipedia.org/wiki/Easterlin_paradox (7-9-2010)

[60] Ο υπουργός εργασίας του Κλίντον, Ρόμπερτ Ράϊχ, ισχυρίζεται πως ο μέσος μισθός του Αμερικανού εργάτη είναι μικρότερος από αυτόν του 1980! (Παπακωνσταντίνου, 2010). Επίσης δημόσια συζήτηση μέσα από εφημερίδες αποκάλυψε ότι οι μισθοί στη Γερμανία είναι καθηλωμένοι εδώ και 20 χρόνιαhttp://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=17&artid=198599&dt=06/10/2007 (13-9-2010)

[61] Για παράδειγμα οι 500 μεγαλύτερες αμερικανικές επιχειρήσεις είχαν κέρδη 391 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά το 2009 (κέρδη που ήταν τριπλάσια αυτών του 2008) ενώ την ίδια χρονική περίοδο απέλυσαν 821.000 εργαζόμενους (Παπακωνσταντίνου, 2010)

[62] Οι δύο πόλεμου του Κόλπου και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν συμβαίνουν κατά τη διάρκεια έντονης αναπτυξιακής πορείας της παγκόσμιας οικονομίας και κοστίζουν ακριβά. Υπολογίζεται πως περίπου ένα τρισεκατομμύριο δολάρια κόστισε ο πόλεμος και η κατοχή του Ιράκ κατά τα τελευταία επτά χρόνια (Παπακωνσταντίνου, 2010)







Μανιφέστο για μια συμβιωτική αποανάπτυξη - για εκείνους που νοιάζονται για το μέλλον των επόμενων γενεών

Συλλογικότητα για τη συμβιωτική αποανάπτυξη (Κεμπέκ)
[μτφ - δημοσίευση: arguments.gr*]



Ζούμε σε έναν κόσμο σε κρίση. «Αντικειμενικοί παρατηρητές» ή «Αλληλέγγυοι», όλοι συμφωνούμε πάνω σ’ αυτό. Αλλά οι προτεινόμενες λύσεις, νεοφιλελεύθερες ή προοδευτικές, παραμένουν πιστές στο πρότυπο της ανάπτυξης και της οικονομικής μεγέθυνσης, ακόμα κι αν αυτές αποτελούν την κύρια αιτία πολλών προβλημάτων.

Ακολουθώντας το ευρωπαϊκό κίνημα της βιώσιμης οικονομικής αποανάπτυξης, καλούμε τους/τις πολίτες του Κεμπέκ να στρέψουμε το βλέμμα τους γενικά πάνω στο υπάρχον σύστημα και πιο συγκεκριμένα πάνω στα οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα.

Η «αποανάπτυξη» σηματοδοτεί την αμφισβήτηση της «οικονομικής ανάπτυξης», έκφραση η οποία αποτελεί ζωηρή και θετική συνδήλωση των φαινομένων της καταστροφής του οικοσυστήματος και του κοινωνικού ιστού. Η παραγωγίστικη[1] οικονομική ανάπτυξη αυξάνει την απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς καθώς η αύξηση της παραγωγής του «πλούτου» δε σημαίνει τη γενική βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης. Η μεγέθυνση των επιχειρήσεων δεν τις εμποδίζει να περικόπτουν θέσεις εργασίας για να αυξάνουν τα κέρδη τους, καταρρίπτοντας έτσι το επιχείρημα υπεράσπισης της ανάπτυξης για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Επιπλέον, η παραγωγή όλο και περισσότερων καταναλωτικών αγαθών ροκανίζει τις πηγές που συνιστούν το οικολογικό μας κεφάλαιο ενώ παράγουν μόλυνση και τόνους σκουπιδιών. Οι πόλεμοι, οι διαρροές πετρελαίου, οι καραμπόλες αυτοκινήτων, αποτελούν παραδείγματα γεγονότων που αυξάνουν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, το δείκτη τον οποίο χρησιμοποιούμε για να αξιολογήσουμε την υγεία των εθνών. Αυτή η ανάλυση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων μας δίνει μια ανακριβή εικόνα της πραγματικότητας. Όπως πολλοί άλλοι πριν από μας, υποστηρίζουμε πως η οικονομία πρέπει να πάψει να καθορίζει τις αποφάσεις κάθε είδους και πρέπει να ξαναγίνει ένα μέσο στη υπηρεσία του ανθρώπινου όντος.

Η αποανάπτυξη δεν είναι μια απλοϊκή και ηθικολογική ιδεολογία, αλλά μια έκκληση για αναστοχασμό βασισμένη σε ένα αναμφισβήτητο γεγονός: σε ένα πεπερασμένο πλανήτη, η απεριόριστη ανάπτυξη, στόχος όλων των κυβερνήσεων, είναι αδύνατη. Μας οδηγεί σε ανισορροπίες ολοένα και περισσότερο επικίνδυνες.

Τέσσερις κρίσεις, στενά συνδεδεμένες

Οικολογική κρίση, πρώτα απ’ όλα. Περιττό να θυμίσουμε πως μετά τη βιομηχανοποίηση, τα ανθρώπινα όντα εξαφάνισαν χιλιάδες είδη, μόλυναν τον αέρα, το νερό και το έδαφος, αποδεκάτισαν τα δάση, παρήγαγαν αρκετά αέρια οφειλόμενα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου ώστε να τροποποιήσουν το κλίμα, προκάλεσαν το λιώσιμο των πάγων, και όλα αυτά με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Ο πληθυσμός της γης που έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια καταναλώνει ολοένα και περισσότερο, σαν να είχαμε στη διάθεσή μας ενάμιση πλανήτη. Αν τα έξι δισεκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη μπορούσαν να αποκτήσουν τον τρόπο ζωής με τον οποίο οι εκβιομηχανισμένες χώρες θαμπώνουν τον κόσμο, θα χρειαζόμασταν έξι πλανήτες για να καλύψουμε τις «ανάγκες» μας[2].

Κοινωνική κρίση, κατά δεύτερον. Παρ’ όλες τις υποσχέσεις της ιδεολογίας της ανάπτυξης, ο υποσιτισμός και η διατροφική ανασφάλεια θέτουν σε κίνδυνο την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων, στον Τρίτο Κόσμο και στις εκβιομηχανισμένες χώρες, περιλαμβανομένου και του Κεμπέκ. Ταυτοχρόνως, οι ασθένειες που συνδέονται με τον αμερικάνικο τρόπο ζωής και τη μόλυνση κάνουν θραύση: άσθμα, καρκίνος, αλλεργίες, παχυσαρκία, καρδιαγγειακά νοσήματα, προβλήματα της διανοητικής υγείας κ.λπ. Χιλιάδες άνθρωποι βιώνουν επεισόδια υπερκόπωσης εξαιτίας της υπερεργασίας, ενώ χιλιάδες άλλοι αποκλείονται από την αγορά εργασίας και στιγματίζονται.

Κρίση νοήματος, πάντοτε. Το στρες και το αίσθημα του κενού που προκαλεί καταθλίψεις και αυτοκτονίες. Παρασυρμένοι μέσα στη δίνη του παραγωγισμού και του καταναλωτισμού, δεν έχουμε το χρόνο να συνειδητοποιήσουμε πως η ελευθερία μας περιορίζεται στην ελευθερία επιλογής μεταξύ κάποιων προϊόντων και ταυτίζεται με κάποιες εμπορικές φίρμες. Το πραγματικό νόημα της ζωής, το οποίο αναζητούμε, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Διαρκώς απασχολημένοι, ανήσυχοι, αφηρημένοι, δεν έχουμε τη δυνατότητα να σκεφτούμε ακόμα κι αν καταναλώνουμε αγαθά, υπηρεσίες, ακόμα και σχέσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις αναπτύσσονται μέσα σε ένα σύστημα, όπου η καλλιεργούμενη σκέψη αφορά στην αναζήτηση του μεγαλύτερου κέρδους εις βάρος κάθε έννοιας αλληλεγγύης. Στραμμένοι προς τα μαζικά μίντια που μας παρέχουν μια αυταπάτη της πραγματικότητας, διαπιστώνουμε με αδυναμία τη δυσκολία μας να συνυπάρξουμε απλά με τους άλλους.

Κρίση πολιτική, εν τέλει. Οι απογοητευμένοι πολίτες δεν εμπιστεύονται τους πολιτικούς. Δε μας προκαλεί καμία έκπληξη που οι πολυεθνικές επιβάλλουν τους κανόνες τους με τη συνενοχή των κατά τόπους κυβερνήσεων. Οι μεγάλοι και μη εκλεγμένοι οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, παίρνουν αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή ολόκληρων λαών χωρίς να τους λαμβάνουν υπ’ όψιν. Οι διαμαρτυρίες καταστέλλονται από τις αστυνομικές δυνάμεις, παρότι αυτό δεν είναι ούτε νόμιμο ούτε δίκαιο[3]. Αλλά τι είναι αυτό που νομιμοποιεί το γεγονός πως τα οικονομικά συμφέροντα των επιχειρήσεων έχουν μεγαλύτερη αξία από τα δικαιώματα των λαών;

Εμείς, «αρνητές της ανάπτυξης», θρηνούμε για τις καταστροφές που προκαλεί η ιδεολογία της ανάπτυξης και όλοι οι όροι που την καθορίζουν.

Αδιέξοδα
Σε κείνους που σηκώνουν τα λάβαρα της διαρκούς ανάπτυξης, θέλουμε να υπογραμμίσουμε τους ύπουλους κινδύνους αυτής της προσέγγισης, που τις περισσότερες φορές έχει καλές προθέσεις, αλλά συχνά πέφτει θύμα της εκμετάλλευσης των δημοσίων σχέσεων των μεγάλων επιχειρήσεων. Η έκφραση «διαρκής ανάπτυξη», που προέρχεται από την έκθεση της επιτροπής Brundtland του 1987, προϋποθέτει τη δυνατότητα σεβασμού του περιβάλλοντος μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης και προτείνει να απαντήσουμε στις παρούσες ανάγκες χωρίς να διακινδυνεύσουμε την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να απαντήσουν στις δικές τους ανάγκες. Κάνοντας την ανάπτυξη μια αναγκαιότητα, η διαρκής ανάπτυξη εγκαταλείπει κάθε σοβαρή προσπάθεια να περιορίσει τις ζημιογόνες οικονομικές δραστηριότητες. Θέλοντας να απαντήσει με αφέλεια στις παρούσες ανάγκες, η διαρκής ανάπτυξη αποφεύγει να διερωτηθεί γι’ αυτές. Η ικανοποίηση των «αναγκών» μας για μετακίνηση, για άνεση και για τηλεπικοινωνίες προετοιμάζει για τις μελλοντικές γενιές μια κληρονομιά μόλυνσης, κλιματικών καταστροφών και σκουπιδιών, μεταξύ άλλων.

Μία εταιρεία που ανακυκλώνει μπορεί να επικαλείται τη διαρκή ανάπτυξη, καθώς εξάγει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά προϊόντα μιας χρήσης, τα οποία κάποιες βδομάδες αργότερα θα ξαναβρεθούν σε μια χωματερή. Το κίνημα της υπεύθυνης κατανάλωσης καταφέρνει να πείσει ένα μέρος του πληθυσμού να καταναλώνει προϊόντα κατάλληλα, τοπικά, χωρίς φυτοφάρμακα, βιολογικά, οικο-ενεργειακά... Μικρά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση; Συνειδητοποίηση; Θέλουμε να το πιστεύουμε. Αλλά η δυνατότητα να κάνουμε «ηθικές αγορές» αποφεύγει να θέσει την ερώτηση της απαραίτητης μείωσης της κατανάλωσης (μοναδικού άμεσου μέσου για να περιοριστεί η μόλυνση, οι εκπομπές αερίων που οφείλονται στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, η παραγωγή σκουπιδιών). Με τον ίδιο τρόπο, διαπιστώνουμε ένα αποτέλεσμα αναπήδησης[4] στην περίπτωση των οικο-ενεργειακών τεχνολογιών: καθώς η μηχανή καταναλώνει λιγότερο, οι καταναλωτές τείνουν να τη χρησιμοποιούν περισσότερο ή να διαθέτουν τα εξοικονομημένα χρήματα για άλλα καταναλωτικά αγαθά, γεγονός το οποίο συνεπάγεται μια παγκόσμια αύξηση των χρησιμοποιούμενων υλικών ή ενεργειακών πηγών.

Τι είναι εκ πρώτης όψεως παρηγορητικό σε αυτή την άλλη προοπτική, την προοπτική του να πιστεύουμε πως η τεχνολογία θα προσφέρει λύσεις στα οικολογικά προβλήματα; Ηλεκτρικό αυτοκίνητο, βιολογικός καθαρισμός, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, φυσικό αέριο και αιθανόλη κ.λπ. Δυστυχώς, αυτές οι «λύσεις» δεν είναι χωρίς συνέπειες. Η παραγωγή αιθανόλης, για παράδειγμα, απαιτεί να αφιερώσουμε πολλές γεωργικές εκτάσεις στη μονοκαλλιέργεια καλαμποκιού, καταστρέφοντας έτσι τη βιοποικιλότητα και επιφέροντας μια εντατική χρήση φυτοφαρμάκων και χημικών λιπασμάτων που φτωχαίνουν τα εδάφη και μολύνουν τα νερά. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που εξυψώνει συστηματικά την τεχνολογική πρόοδο και την καινοτομία δίχως να συναισθάνεται το σύνολο των συνεπειών τους, ξεχνώντας πως είναι αυτή η ίδια πίστη που προκαλεί τις οικολογικές καταστροφές, στις οποίες η τεχνολογία υποτίθεται πως δίνει σήμερα λύσεις. Έτσι, μια υψηλή ιατρική τεχνολογία, αδιανόητη έξω από το πλαίσιο μιας εκβιομηχανισμένης κοινωνίας, μας επιτρέπει να θεραπεύουμε τους καρκίνους... που οφείλονται στη μόλυνση που προκαλείται από την εκβιομηχάνιση.

Ας δούμε λίγο πως η ιδεολογία της προόδου, που πάει μαζί με αυτή της ανάπτυξης, επιφέρει στρεβλώσεις τις οποίες αδυνατεί να διορθώσει.

Πρώτα, η φρενίτιδα της καινοτομίας συντομεύει τον κύκλο ζωής των αντικειμένων, των οποίων η αχρήστευση είναι προγραμματισμένη. Εκείνος που θέλει να επισκευάσει μια συσκευή οφείλει να δράσει με αποφασιστικότητα ώστε να εγκαταλείψει τη γοητεία του καινούργιου μοντέλου και να βρει, όταν αυτό είναι δυνατό, ανταλλακτικά και ικανό επισκευαστή. Για παράδειγμα, η αγορά μιας καινούργιας φρυγανιέρας κοστίζει λιγότερο από την επισκευή της παλιάς. Με μιας, τα αντικείμενα βρίσκονται στις χωματερές, αφού έχουν συμμετάσχει στην εκμετάλλευση εκείνων που τα κατασκεύασαν, στη σπατάλη των πηγών, στην κατανάλωση ενέργειας, και στην παραγωγή μόλυνσης. Αυτά τα φαινόμενα είναι θεμιτά μέσα στη λογική της ανάπτυξης, ακόμα κι αν η εκμετάλλευση των φυσικών πηγών γεννάει ολέθριες συγκρούσεις και η διαχείριση των σκουπιδιών κοστίζει αστρονομικά ποσά. Αυτή η ιδεολογία, εμφανίζοντας ως θεμιτή, συνετή και απαραίτητη τη συσσώρευση του πλούτου, δικαιολογεί όλα τα μέσα για να βγάζεις λεφτά και να υπηρετείς την ανάπτυξη: εμπορευματοποίηση του νερού, εκμετάλλευση των παιδιών, πόλεμοι για το πετρέλαιο και παραπλανητικό μάρκετινγκ.

Ζούμε άθελά μας μέσα στην άγνοια του δικτύου της εξάρτησης που συνεπάγεται η χρησιμοποίηση της τεχνολογίας. Για να χρησιμοποιήσουμε μια φρυγανιέρα, χρειάζεται το εργοστάσιο, το σύστημα μεταφοράς, το δίκτυο των ηλεκτρικών σταθμών. Οι τεχνολογικές συσκευές δεν υπάρχουν μόνες τους, προϋποθέτουν μια υπολανθάνουσα οργάνωση. Θεωρούμε πως οι υπολογιστές και το ίντερνετ περιορίζουν τη χρήση χαρτιού, μα όλα εξαρτώνται από τον εκτυπωτή και ξεχνάμε επίσης πως τέτοια μέσα επικοινωνίας δεν είναι δυνατά παρά μέσα σε μία εκβιομηχανισμένη κοινωνία η οποία ήδη προϋποθέτει μια τεράστια σπατάλη και η οποία συνεχίζει να σκορπίζει τις πηγές (των δασικών περιλαμβανομένων), διαμέσου της συσκευασίας των προϊόντων τα οποία περιφέρονται από τη μια άκρη της γης στην άλλη. Και αποκρύπτουμε τους τόνους των ξεπερασμένων υπολογιστών, οι οποίοι δεν είναι τίποτα λιγότερο από τοξικά απόβλητα. Ακόμη, ταυτίζουμε το αυτοκίνητο με την ελευθερία της μετακίνησης, με τη χαρά της οδήγησης, το θεωρούμε σύμβολο της επιτυχίας. Αλλά αυτό το μέσο μεταφοράς σημαίνει χιλιόμετρα ασφάλτου, μόλυνση, ασχήμισμα του τοπίου, θόρυβο, μια πολεοδομία που απομονώνει τους διαφορετικούς τομείς της ζωής, πολέμους για το πετρέλαιο, χωρίς να υπολογίσουμε τους χιλιάδες νεκρούς των ατυχημάτων.

Επιπλέον, έχουμε εξαρτηθεί απόλυτα από την τεχνολογία, είμαστε ανίκανοι να λειτουργήσουμε χωρίς αυτήν, ανίκανοι στην πλειοψηφία μας να καταλάβουμε πως λειτουργεί και να επισκευάσουμε τις συσκευές που χαλάνε. Οι τεχνολογικές καινοτομίες απαιτούν μεγάλες οικονομικές επενδύσεις, για την έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή. Το να τους αναθέτουμε τη διάσωση του περιβάλλοντος σημαίνει τελικά την εγκατάλειψη στα χέρια των κατόχων του κεφαλαίου και των μεγάλων εταιρειών της δυνατότητας των ανθρώπων να αναλάβουν τις ευθύνες της ζωής όλων μας.

Χαρακτηρίζουμε τις μηχανές «χρήσιμες». Αλλά χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε πως δεν είναι ουδέτερα αντικείμενα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όπως μας φαίνεται σωστό ή κατά τις αρχές μας. Η χρήση τους μας εγγράφει σε ένα ευρύ σύστημα εξαναγκασμών και ακόμα περισσότερο μας μεταμορφώνει, τροποποιεί της σχέση μας με το χρόνο, με το χώρο, με τα άλλα ανθρώπινα όντα. Η τεχνολογία μεταμορφώνει την ίδια την οπτική μας για τον κόσμο και τις αρχές μας.

Ας το αντιληφθούμε: η αποανάπτυξη δεν είναι η επιθυμία για μια αδύνατη επιστροφή στο παρελθόν. Υποτίθεται πως είναι μια αντικειμενική επιλογή κάποιων εφευρέσεων. Αποανάπτυξη σημαίνει να σταματήσουμε να πιστεύουμε πως το καινούργιο είναι και καλύτερο: χρειάζεται να γίνει μια επιλογή ανάμεσα σε αυτά που μας προσφέρει η τεχνολογία. Για μας, μερικές εφευρέσεις θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν ολοκληρωτικά, για παράδειγμα η πυρηνική ενέργεια και η ατομική βόμβα. Κάποιες άλλες, όπως το αεροπλάνο και κάποιες μορφές μηχανοκίνητης μεταφοράς, θα έπρεπε να περιοριστούν σοβαρά. Τελικά, οι τεχνικές που έχουν ως αποτέλεσμα την επιστράτευση ολοένα και περισσότερων πηγών πρέπει να εγκαταλειφθούν. Αυτό δεν πάει να πει πως κάθε τεχνική πρόοδος πρέπει να λησμονηθεί. Ας σκεφτούμε υψηλές τεχνικές για τη βιολογική γεωργία, που θα μας κάνουν να ανακαλύψουμε νέα πλεονεκτήματα για τη φυτική συντεχνία. Αποδεχόμαστε τις εφευρέσεις, τις τεχνικές που βοηθούν την ανθρωπότητα να ζήσει πιο απλά.

Εγκαταλείποντας την ανάπτυξη
Αυτή η αναγνώριση της κατάστασης μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε πως η ιδεολογία της Προόδου, η οποία θεωρεί πως ο Άνθρωπος, κυρίαρχος της φύσης, προχωρά αναπόφευκτα προς τη βελτίωση του κόσμου, και η ιδεολογία της οικονομικής ανάπτυξης, θεμελιωμένη εδώ και δυο αιώνες, δεν συνάδουν καθόλου με την πραγματικότητα του 21ουαιώνα.

Η κυρίαρχη ιδεολογία θεωρεί την οικονομική ανάπτυξη επιθυμητή, αναγκαία και αναπόφευκτη. Ένα νόμο της φύσης, θα λέγαμε. Πραγματικά, κάθε ζωντανός οργανισμός αναπτύσσεται, αλλά αυτή η ανάπτυξη σταθεροποιείται γρήγορα. Η επ’ άπειρον ανάπτυξη είναι μια διανοητική κατασκευή του ανθρώπου και όχι μια οικονομική μοίρα.

Η κυρίαρχη σκέψη επικαλείται ακόμα την ανθρώπινη φύση για να δικαιολογήσει τη «αναπόφευκτη» αναζήτηση του βραχυπρόθεσμου κέρδους. Εντούτοις, το είδος μας επιβιώνει εδώ και χιλιετίες χάρη στην αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία... Θεωρούμε πως η ανθρώπινη φύση δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομική της λειτουργία, αλλά διαθέτει διάφορες όψεις. Είμαστε αυτό που καλλιεργούμε στον εαυτό μας. Πιστεύουμε πως είναι πιθανό να καλλιεργήσουμε την ευφυΐα, τη δημιουργικότητα και την καλή θέληση των ανθρωπίνων όντων να συμμετέχουν στη βαθιά αλλαγή της κουλτούρας που θα εξυψώνει τον άνθρωπο και την κοινότητα.

Σε κάθε περίπτωση, καθώς η οικονομική ανάπτυξη βασίζεται στη σημαντική κατανάλωση ενέργειας από ορυκτό πλούτο, της οποίας οι περιορισμοί της ικανότητας παραγωγής έχουν εξαγγελθεί για τις επόμενες δεκαετίες, και η οποία δε θα είναι δυνατό να αντικατασταθεί τόσο εύκολα, οι σημαντικές διαταράξεις του υπάρχοντος συστήματος είναι ορατές. Από κει προκύπτει η επείγουσα ανάγκη να ξανασκεφτούμε τα πράγματα πέρα από την ιδεολογία της ανάπτυξης.

Πραγματικά, σε ένα οικονομικό σύστημα όπως το σημερινό, η αρνητική ανάπτυξη σημαίνει την ύφεση, με όλες τις προβληματικές συνέπειες στην καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων οι οποίοι χάνουν τα οικονομικά μέσα για να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες τους. Το κίνημα της αποανάπτυξης δεν εγκωμιάζει την ύφεση. Αλλά εξαιτίας της καθαρής και απλής οικολογικής αδυναμίας να διαιωνίζεται η επ’ άπειρον η ανάπτυξη, οι «αρνητές της ανάπτυξης» προτείνουν μια προσπάθεια εξόδου από το υπόδειγμα της ανάπτυξης. Πρόκειται για την προετοιμασία των κοινωνιών να αντιμετωπίσουν το ζήτημα των φυσικών ορίων της βιόσφαιρας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Επινοώντας ξανά τον τρόπο να ζούμε μαζί

Ας απομακρύνουμε τις υπάρχουσες δομές και τους οικονομικούς ψευδο-εξαναγκασμούς για να συλλάβουμε ένα πρόταγμα αληθινά ανθρώπινο, ένα πρόταγμα αληθινά ρεαλιστικό, αυτό του να ζούμε σύμφωνα με τις ανάγκες μας και τις πραγματικές μας πηγές, σε αρμονία με το περιβάλλον μας. Αντλώντας από την εμπειρία μας της εθελούσια απλότητας, είμαστε πεπεισμένοι πως μια κοινωνία της αποανάπτυξης, η οποία θα αναπτυχθεί με τη διαβεβαίωση πως θα λάβει υπ’ όψιν τις ανάγκες του πληθυσμού, σε μικρή κλίμακα, θα οδηγήσει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής ευνοώντας τα υγιή περιβάλλοντα, τη συμμετοχή του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων, την αλληλοβοήθεια και τις δωρεάν ανταλλαγές μεταξύ των ανθρώπων, τη δημιουργικότητα και την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Πως θα είναι αυτή η κοινωνία;

Πώς θα προχωρήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση;

Αυτή η σκέψη αντιπαραθέτει την πρόκληση της συμβίωσης και της διανομής του πλούτου. Στην κοινωνία που οραματιζόμαστε, όπως και σε κάθε κοινότητα που βασίζεται στην ικανοποίηση των αναγκών (και όχι στη δημιουργία ολοένα και περισσότερων υλικών επιθυμιών), η οικονομία συνίσταται στη μικρής κλίμακας ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών. Η εργασία είναι μια ευκαιρία συμμετοχής στην κοινοτική ζωή ανάλογα με τα ταλέντα και τις δεξιότητες του καθενός, και όχι ο αναγκαίος ζυγός για να κερδίσουμε τα προς κατανάλωση αγαθά. Οι μονάδες παραγωγής είναι μικρής κλίμακας και χρησιμοποιούν μηχανές που επισκευάζονται εύκολα και η χρήση των οποίων είναι οικονομική. Για παράδειγμα: τα επαγγέλματα της μηχανικής υφαντουργίας που λειτουργούν με τη δύναμη του ανθρώπου ή των ζώων επιτρέπουν μια παραγωγή πολύ μεγαλύτερη από τη χειρωνακτική ύφανση· κι όλα αυτά χωρίς να απαιτούνται τα δισεκατομμύρια κεφαλαίων που απαιτούνται για την κατασκευή και τη λειτουργία μιας βιομηχανικής εργοστασιακής μονάδας και χωρίς να προκαλούνται οικολογικές διαταράξεις. Ο χρόνος δεν αγοράζεται, δεν είναι χρήμα, είναι ο χώρος για την ανάπτυξη των ανθρωπίνων ικανοτήτων.

Αν ισχυριζόμαστε πως η εκβιομηχάνιση επέτρεψε την παραγωγή προϊόντων με χαμηλότερο κόστος, αυτό συμβαίνει επειδή δεν καταγράφουμε τη μόλυνση του αέρα, του νερού και του εδάφους, τις σωματικές και διανοητικές ασθένειες των εργαζομένων στη βιομηχανία, την αγροτική εξορία και τη διαχείριση των απορριμμάτων. Σε μια κοινωνία της αποανάπτυξης, τα ταλέντα και οι δεξιότητες αφιερώνονται στην κατασκευή καλαίσθητων και ανθεκτικών αντικειμένων. Η προσοχή που δίνεται στα αντικείμενα αντικατοπτρίζει το σεβασμό στο υλικό και στην εργασία που επενδύθηκε σ’ αυτό: τα διατηρούμε και τα επισκευάζουμε επί πολλές γενεές. Οι τσαγκάρηδες, οι μοδίστρες, οι καρεκλάδες, οι μάγειρες, οι επιπλοποιοί, οι ξυλουργοί και οι τεχνικοί που επιδιορθώνουν κάθε είδους αντικείμενα είναι συνεπώς γνωστοί και ευυπόληπτοι στις τοπικές κοινότητες όπου ο καθένας κάνει τα ψώνια του με τα πόδια, με το ποδήλατο, με τρίκυκλο ή με το τραμ, μέσα σε στενά δρομάκια πλαισιωμένα από κήπους. Γιατί να μην υιοθετήσουμε το μοντέλο των μικρών ευρωπαϊκών χωριών, αντί να διασχίσουμε τα χιλιάδες χιλιόμετρα υπερ-ατλαντικών ταξιδιών ως τουρίστες για να τα επισκεφτούμε; Ας ανταλλάξουμε απλά μεταξύ μας συνταγές αντί να μεταφέρουμε υπερπόντια φορτία μπισκότων.

Μια οικολογική κοινωνία έχει μια πολύ διαφορετική σχέση με την τοπικότητα. Η διατροφική ασφάλεια επιβάλλει μια παραγωγή που καθορίζεται από την εγγύτητα των τροφίμων προς τη βάση. Η κηπουρική, ακόμα και στην πόλη, είναι μια βασική συνιστώσα. Οι μονάδες παραγωγής αγαθών όντας μικρής κλίμακας, εγκαθίστανται στο κέντρο των κοινοτήτων, περιορίζοντας έτσι τις βιομηχανικές περιοχές που καταστρέφουν το τοπίο και αποτρέπουν τα άτομα από το να μετακινούνται δεκάδες χιλιόμετρα κάθε μέρα για να εργαστούν. Η μεταφορά εμπορευμάτων είναι πραγματικά πολύ ελαττωμένη. Τα δημοτικά και εθνικά σιδηροδρομικά δίκτυα προσφέρουν μια γρήγορη και οικονομική υπηρεσία, όπως συνέβαινε πριν οι βιομηχανίες του πετρελαίου και του αυτοκινήτου τη διαλύσουν. Σε μια κοινωνία που αφήνει ελεύθερο χρόνο στα άτομα, οι ενεργητικές μεταφορές, η πεζοπορία και το ποδήλατο, αποτελούν αντικείμενα επιλογής. Οι δρόμοι και οι λεωφόροι της πόλης μετατρέπονται σε ποδηλατόδρομους και σε πεζόδρομους πλαισιωμένους από πάρκα. Καθώς αναλώνουμε λιγότερους πόρους στην επισκευή δρόμων και στην κατασκευή γεφυρών, οι πόροι αυτοί μπορούν να διατεθούν για τη συντήρηση των μέσων μεταφοράς σταθερής τροχιάς και στην κατασκευή διαδρόμων προστατευμένων από τον άνεμο και το χιόνι για χειμερινό ποδήλατο, για παράδειγμα. Σε μια κοινωνία που ευνοεί τη σωματική άσκηση, τη χαλάρωση, ένα υγιές περιβάλλον και μια φυσική διατροφή, η ιατρική καταλαμβάνει μια θέση λιγότερο σημαντική. Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε για πολύ να σκιαγραφούμε τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας εκτός της ανάπτυξης.

Πραγματικά, μια τέτοια κοινωνία δε θα είναι πανάκεια. Θα έχουμε μερικές φορές να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση της συμβίωσης. Το φοβισμένο κομμάτι μέσα μας που αναζητά την ασφάλεια στη συσσώρευση θα εναντιωθεί στην επανανακαλυμμένη σπάνη και στην προσπάθεια προσφοράς. Αλλά πέρα από το φόβο της έλλειψης και τη στενότητα, αυτές οι νέες δομές θα αλλάξουν τις σχέσεις μας με τους άλλους και τη φύση. Εκπληρώνοντας την ανάγκη μας να συμμετέχουμε σε μια κοινότητα και σε έναν τόπο, ευνοούν τις σημαίνουσες υπάρξεις.

Χρειάζεται να σημειώσουμε πως η εφαρμογή απλών και προσιτών μέσων, που αντιπροσωπεύουν για μας μια μείωση της κατανάλωσης (και μια αύξηση της ποιότητας[5] ζωής!) θα εγκαθίδρυαν σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου, πραγματικά πεινασμένες εξαιτίας των συστημάτων παραγωγής και κατανάλωσης των αποκαλούμενων αναπτυγμένων κοινωνιών, μια αύξηση της πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες, επιφέροντας μια μεγαλύτερη πλανητική δικαιοσύνη, πράγμα οικολογικά αδύνατο αν διατηρήσουμε το δικό μας βιοτικό επίπεδο.

Πεδία εφαρμογής του μετασχηματισμού

Είμαστε ονειροπόλοι; Ίσως θα μπορούσαμε να θέσουμε διαφορετικά το ερώτημα: είμαστε περισσότερο ονειροπόλοι από αυτούς που πιστεύουν πως θα αυξήσουν τη γενική ευημερία υποστηρίζοντας μια έντονη οικονομική ανάπτυξη;

Η σημερινή κοινωνία είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και μοιάζει αμετάβλητη. Με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε μονάχα να οραματιστούμε πως τα πράγματα είναι διαφορετικά; Πραγματικά, θα επρόκειτο για μια μακρά πορεία ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης. Η ατομική εθελούσια απλότητα είναι ένας βασικός τρόπος συμπεριφοράς που μας επιτρέπει να απελευθερώσουμε χρόνο για τη μόρφωση, το διάβασμα, τη σκέψη και τον πειραματισμό πάνω στους τρόπους επιτέλεσης αυτών που θα είναι κεντρικά σε μια κοινωνία της αποανάπτυξης: κηπουρική, δραστηριότητες προσωπικής ανάπτυξης, χειροτεχνίες ή επισκευές, συνεργατική εθελοντική εργασία κ.λπ. Μόνο μέσα σε ένα κίνημα για τη συμβιωτική οικονομική αποανάπτυξη -που αποτελεί τη συλλογική έκφραση των αρμονικών αρχών της εθελούσιας απλότητας- ο υπεύθυνος τρόπος ζωής αποκτά το πλήρες του νόημα.

Μια κοινωνία της μετάβασης προς ένα υπόδειγμα διαφορετικό από αυτό της οικονομικής ανάπτυξης θα ευνοούσε τη μερική απασχόληση παροτρύνοντας μάλιστα τα άτομα και τις κοινότητες να ενεργοποιήσουν προγράμματα που αυξάνουν την αυτονομία τους στην ικανοποίηση των αναγκών τους. Τα μέτρα της μείωσης της κυκλοφορίας, της παρακινητικής στάθμευσης[6], της δωρεάν από κοινού μεταφοράς, της δημιουργίας πεζόδρομων και ποδηλατόδρομων είναι όλα ενέργειες που κινούνται προς την εκ νέου εκμάθηση της ενεργητικής μεταφοράς και της παρουσίας στον κόσμο. Για να εγκαθιδρύσουμε ξανά την ισορροπία στη διανομή του πλούτου, θα χρειαζόταν να ορίσουμε ένα όριο του μέγιστου εισοδήματος στο εσωτερικό μιας επιχείρησης και κάποια φορολογικά εργαλεία που θα αναδιανέμουν τον πλούτο ανάμεσα στους πιο πλούσιους και στους πιο φτωχούς, αντιτασσόμενοι έτσι στην ανισότητα και περιορίζοντας την εξουσία εκείνων που έχουν τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση στη φύση, που οφείλεται είτε στο υψηλό επίπεδο κατανάλωσης είτε στις επενδύσεις του «κάνουν την οικονομία να λειτουργεί».

Πραγματικά, πολλές επιχειρήσεις των οποίων οι δραστηριότητες έχουν κάποια χρησιμότητα μονάχα στο πλαίσιο ενός συστήματος οικονομικής ανάπτυξης (διαφήμιση, αντικείμενα μιας χρήσης, παράγωγα του πετρελαίου κ.λπ.) δε θα έχουν, αργά ή γρήγορα, άλλη λύση από το να επιβραδύνουν και έπειτα να σταματήσουν την παραγωγή τους, αναστατώνοντας την εργασιακή κατάσταση. Έτσι προκύπτει η σημασία της εκπαίδευσης και της οχύρωσης προς μία μεγαλύτερη αυτονομία, όχι βέβαια της αγοράς.

Τα λουκέτα στα εργοστάσια, γεγονότα ολέθρια για μια μικρή κοινότητα, μπορούν να αποτελέσουν την αφορμή για να οραματιστούμε διαφορετικά την οικονομία μιας περιοχής. Κατά κανόνα, είμαστε έτοιμοι να επενδύσουμε εκατομμύρια για να διατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας, χωρίς να σκεφτόμαστε την ορθότητα αυτού που παράγεται ούτε τις συνέπειες της παραγωγής του. Για τον περισσότερο κόσμο, η κατανάλωση και η πίστωση αποτελούν κεκτημένα τα οποία δεν πρέπει να αμφισβητήσουμε μιας και το υπάρχον οικονομικό σύστημα δε μας προσφέρει στ’ αλήθεια μια άλλη επιλογή. Ελπίζουμε, μια ρεαλιστική εκπαίδευση πάνω στις συνέπειες του βιοτικού μας επιπέδου, προστιθέμενη στις εμπειρίες εναλλακτικών τρόπων διαβίωσης που επιτρέπουν μια πραγματική αυτονομία των κοινοτήτων, να οδηγήσει σε επιλογές που ωφελούν τους πληγέντες πληθυσμούς δίνοντας τους τη δύναμη να καθορίζουν το μέλλον τους διατηρώντας επίσης την οικολογική ισορροπία.

Αν σεβόμαστε το δικαίωμα για πλουτισμό και τρέφουμε όνειρα περί αφθονίας, δε μπορούμε να μοιραζόμαστε τους πόρους σε τέτοιο βαθμό και για τόσο μεγάλο διάστημα. Για να ενεργοποιήσουμε μια κοινωνία που σέβεται αληθινά τα όντα και τη φύση, είναι βασικό να αναθεωρήσουμε τις αξίες μας και να απορρίψουμε πραγματικά τη συσσώρευση και τον ανταγωνισμό. Για να διατηρήσουμε τα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα, δε θα πρέπει να έχουμε εκατομμυριούχους. Όσον αφορά την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, είναι βασικό να καλλιεργήσουμε την αδιαφορία απέναντι στη γοητεία του κέρδους.

Είμαστε πιο ονειροπόλοι από αυτούς που ισχυρίζονται πως η πισίνα, το ιδιωτικό τζετ και τα τρόφιμα που καλλιεργούνται στην άλλη άκρη του κόσμου, είναι προσβάσιμα για όποιον δείχνει αρκετά αποφασιστικός; Είμαστε πιο ονειροπόλοι από εκείνους που διεκδικούν την ευτυχία μέσω της συσσώρευσης του πλούτου και τη φρενίτιδα της εργασίας; Πιο ονειροπόλοι από εκείνους που νομίζουν πως εργάζονται για το μέλλον των παιδιών τους φτιάχνοντας περιουσίες σε φορολογικούς παραδείσους;

Σαν να επρόκειτο για κάποιον έφηβο, η ανθρωπότητα ζει στους ρυθμούς της υπερβολής, ζαλισμένη από το αίσθημα της δυνατότητας εκπλήρωσης των επιθυμιών της. Είναι καιρός να γυρίσουμε σελίδα προς την εποχή της ξεγνοιασιάς και της συλλογικής απόκτησης λίγης ωριμότητας. Αν δεν αναλάβουμε να αναζητήσουμε μια ισορροπία βασισμένη στην αναγέννηση και στο σεβασμό των ορίων της Γης, πρόκειται να αντιμετωπίσουμε αναστατώσεις πολύ χειρότερες από αυτές που απορρέουν από τη μετάβαση σε μια οικονομία εκτός του παραγωγισμού, καπιταλιστικού ή σοσιαλιστικού. Η «αναγκαιότητα» της οικονομικής ανάπτυξης δεν αποτελεί απόλυτο εξαναγκασμό, αντίθετα με τα φυσικά όρια του πλανήτη.

Η θέση μας μπορεί να μοιάζει παράξενη, αλλά οι αξίες της αλληλεγγύης που την υποστηρίζουν είναι ήδη καλά ριζωμένες στην κουλτούρα του Κεμπέκ, όπου η ευχαρίστηση της προσφοράς, η δημιουργικότητα όσων μαστορεύουν και η απλότητα της γειτονιάς είναι γνωστά σε όλους, ακόμα κι αν είναι όλο και περισσότερο δύσκολο να εκφραστεί σε έναν κόσμο όπου η ιδεολογία της ανάπτυξης μας παρακινεί να δυσπιστούμε απέναντι στους άλλους –γιατί η αλληλοβοήθεια βλάπτει την οικονομία!

Το κίνημα της αποανάπτυξης δεν είναι ουτοπία. Εμείς πιστεύουμε πως είναι δυνατό, ξεκινώντας από σήμερα, να στραφούμε με πολλούς τρόπους προς μια κοινωνική οργάνωση πραγματικά βιώσιμη, και συμβιωτική ασφαλώς. Εσείς;


Συλλογικότητα για τη συμβιωτική αποανάπτυξη

Κεμπέκ, 28 Ιουνίου 2007

*μετάφραση: Θανάσης Πολλάτος



[1] ΣτΜ: Λέγοντας «παραγωγισμό» εννοούμε τη μαρξιστική και καπιταλιστική πίστη στην υπόθεση πως μια απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα οδηγήσει στην κοινωνική ευημερία.

[2] Πρβλ. Mathis Wackernagel - William Rees, Notre empreinte écoloqique (Το οικολογικό μας αποτύπωμα), Écosociété, 1999.

[3] Οι περιβόητες Στρατηγικές Προσφυγές ενάντια στη Δημόσια Συμμετοχή: υπήρξαν τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις πρόσφατα στο Κεμπέκ (Ένωση του Κεμπέκ για την πάλη ενάντια στην ατμοσφαιρική ρύπανση, Ένωση του Île d’Orléans ενάντια στη μεταφορά μεθανίου). Βλ. http://www.taisez- vous.org

[4] Ως αποτέλεσμα αναπήδησης ορίζουμε την «αύξηση της κατανάλωσης που συνδέεται με τη μείωση των ορίων χρησιμοποίησης μιας τεχνολογίας· τα όρια αυτά μπορεί να είναι νομισματικά, χρονικά, κοινωνικά, σωματικά, συνδεδεμένα με την προσπάθεια, τον κίνδυνο, την οργάνωση [...]. Το Τρένο υψηλής ταχύτητας (TVG) πάει πιο γρήγορα, άρα μετακινούμαστε πιο μακριά και πιο συχνά. Το σπίτι έχει καλύτερη μόνωση, άρα γλυτώνουμε χρήματα, αγοράζουμε ένα δεύτερο αυτοκίνητο. Οι λάμπες φθορίου δαπανούν λιγότερο ρεύμα, άρα τις αφήνουμε ανοικτές. Το Ίντερνετ απο-υλοποιεί την πρόσβαση στην πληροφορία, άρα χρησιμοποιούμε περισσότερο εκτυπωτικό χαρτί. Υπάρχουν περισσότεροι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, άρα η οδική κυκλοφορία αυξάνεται… Οι αποτελεσματικές τεχνολογίες παρακινούν στην αύξηση της κατανάλωσης, άρα το κέρδος υπεραντισταθμίζεται από μια αύξηση των ποσοτήτων που καταναλώνονται» (Francois Schneider) [ό το γλωσσάρι του βιβλίου του Σερζ Λατούς Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης, μτφρ. Χρ. Σαρίκα, εκδ. Βάνιας, 2008].

[5] Πρβλ. Richard Bergeron, Le livre noir de l’automobile (Η μαύρη βίβλος του αυτοκινήτου), Hypothèse, 1999.

[6] Δηλαδή τη δημιουργία χώρων στάθμευσης περιμετρικά των πόλεων ούτως ώστε να διευκολύνεται η από κει και πέρα χρησιμοποίηση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς.



"Να υπερβούμε την κοινωνία της κατανάλωσης"





και ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΕΡΖ ΛΑΤΟΥΣ


από την εφημερίδα η εποχή



Ο Σερζ Λατούς σπούδασε φιλοσοφία, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες και έχει διδάξει σε πανεπιστήμια στη Γαλλία, το Κονγκό και το Λάος. Είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Sud. Από το 2002 έχει αφιερωθεί στη μελέτη της αποανάπτυξης.Την Τρίτη 10 Μάη, μίλησε σε εκδήλωση στο Πολυτεχνείο με θέμα «το στοίχημα της αποανάπτυξης», που αναπτύσσει και στο ομώνυμο βιβλίο του από τις εκδόσεις Βάνιας. Την εκδήλωση συνδιοργάνωσαν με επιτυχία και μεγάλη προσέλευση νέων, το Αυτόνομο Στέκι, το περιοδικό «Πανοπτικόν», οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, το Παρατηρητήριο Ελεύθερων Χώρων, ο Σπόρος και ο Σκόρος.


Επιμέλεια: Ζωή Γεωργούλα


Τι είναι το κίνημα της αποανάπτυξης;



Η θεωρία της αποανάπτυξης μας καλεί να εγκαταλείψουμε το στόχο της οικονομικής μεγέθυνσης. Είναι ένα σχέδιο που έρχεται από πολύ μακριά, με μεγάλη παράδοση και συγγενεύει με τον οικοσοσιαλισμό. Η βιομηχανοποίηση το 18ο αιώνα έφερε τεράστια οδύνη, την αντίδραση σε αυτήν την οδύνη ο σοσιαλισμός την ονόμασε ουτοπική. Πολλά από τα σχέδια του ουτοπικού σοσιαλισμού ήταν ενάντια στη βιομηχανοποίηση και σοσιαλιστικά αλλά με σεβασμό στη φύση, όχι προσηλωμένα στην παραγωγή. Ο σοσιαλισμός με τον Μαρξ έπεσε στην παγίδα αντί να στοχεύει στη δικαιότερη μοιρασιά της πίτας, να στοχεύει στη μεγέθυνση της πίτας. Έτσι φτάσαμε σε διπλό αδιέξοδο, αφενός η πίτα είναι πια δηλητηριασμένη, αφετέρου δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια μεγέθυνσης. Επιστρέφοντας στις βασικές αρχές του σοσιαλισμού συναντάμε την ίση διανομή. Οι φυσικοί πόροι δεν είναι μεν απεριόριστοι αλλά αρκούν για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού αν διανεμηθούν δίκαια.
Το κίνημα της αποανάπτυξης αποκρυσταλλώθηκε το 2002, όταν συναντήθηκαν δύο κινήματα, αυτό της πολιτισμικής κριτικής της κοινωνίας της κατανάλωσης, με τους Ίβαν Ίλιτς, Αντρέ Γκορζ, Κορνήλιο Καστοριάδη, και αυτό της οικολογίας με αναφορά στη διακήρυξη της Λέσχης της Ρώμης. Έχουμε μεν οικουμενική αντίληψη, αλλά δεν θέλουμε να πέσουμε στην παγίδα της μονολιθικότητας του homo economicus και του οικοσοσιαλισμού. Κάθε κοινωνία χρειάζεται να βρει το δικό της δρόμο για να βγει από την κουλτούρα της κατανάλωσης.



Ποια προβλήματα σας ώθησαν στη δημιουργία του κινήματος της αποανάπτυξης;



Το κίνημα γεννήθηκε πριν 30 – 40 χρόνια με αφετηρία μια μικρή παγκόσμια ομάδα που είχε συγκροτηθεί γύρω από τον Ιβάν Ίλιτς. Το κοινό μας στοιχείο ήταν ότι όλοι είχαμε εργαστεί στο Νότο και είχαμε διαπιστώσει την αποτυχία της μεταφοράς του μοντέλου ανάπτυξης του Βορρά στο Νότο. Μας ενδιέφερε, λοιπόν, η εξεύρεση εναλλακτικών σχεδίων για την πραγματική ανάπτυξη του Νότου πέρα από την οικονομική μεγέθυνση. Ο καπιταλισμός και η οικονομική μεγέθυνση ταυτίζονται αλλά ακόμα δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα βγούμε από αυτόν τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έλεγε ότι ο καπιταλισμός λειτουργεί πρωτίστως στο φαντασιακό και άρα πρέπει πρώτα να βγούμε από αυτό.



Μπορούμε να μιλάμε για αποανάπτυξη σε μια χώρα που είναι βέβαιο ότι θα βρίσκεται σε ύφεση τα επόμενα τρία χρόνια;



Το σχέδιο της αποανάπτυξης είναι το μόνο που μπορεί μακροπρόθεσμα να επιτρέψει στην Ελλάδα να βγει από την ύφεση. Το σχέδιο της λιτότητας μοιάζει με μαύρο χιούμορ, αφού πρόκειται για ένα σχέδιο που επιβάλλεται από τα πάνω στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που είναι καταναλωτική στερώντας της τη δυνατότητα να καταναλώνει. Αντίθετα, το σχέδιο της αποανάπτυξης θα μπορούσε να ονομαστεί και σχέδιο “λιτής αφθονίας” που στοχεύει στην κάλυψη των βασικών αναγκών όλων των ανθρώπων.



Η κρίση που διανύουμε είναι κρίση χρέους και πώς μπορούμε να την υπερβούμε;



Σε αυτή τη συγκυρία είναι πολύ σημαντική η αποποίηση του χρέους και η στάση πληρωμών με πτώχευση του κράτους. Αυτό θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα στις σχέσεις με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με διαφορετικό διακανονισμό απέναντι σε κάθε δανειστή, λαμβανομένου υπόψη εάν πρόκειται για χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και παίκτες της αγοράς. Το φόβητρο της διεθνούς απομόνωσης που μας προβάλλουν έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι δεν είναι πραγματικό. Δεν μπορεί να υπάρξει άλλη λύση που να είναι ανεκτή και ανθρώπινη για χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και ίσως και η Ισπανία. Το ευρώ θα καταρρεύσει. Το ευρώ και η έξοδος από την κρίση είναι δύο πράγματα ασύμβατα. Η μόνη λύση είναι να χαράσσεις αυτόνομη οικονομική πολιτική και να επιδιώκεις την αυτάρκεια ως κράτος. Όλα αυτά δεν αναφέρονται μόνο στο κίνημα της αποανάπτυξης, αλλά είναι θεμελιώδες για το πέρασμα στην αποανάπτυξη να επιδιώξουμε την απεξάρτηση της πολιτικής από τους τραπεζίτες, έτσι θα μπορέσουμε να επιβραδύνουμε την παραγωγή, να μειώσουμε το χρόνο εργασίας κ.λπ.



Ένα μέρος της προβληματικής που χρησιμοποιεί το κίνημα της αποανάπτυξης, το χρησιμοποιεί και η οικονομική ελίτ που θέλει να στρέψει κεφάλαια σε αυτό που ονομάζει πράσινη ανάπτυξη.



Στη Γαλλία η λέξη αποανάπτυξη είναι σχεδόν βλάσφημη. Ακόμα και οι Πράσινοι πολύ λίγο αποδέχονται αυτήν την προβληματική. Έχουν πια εγκαταλείψει την υπόθεση της πολιτικής οικολογίας. Σε μεγάλο βαθμό η πραγματική πράσινη ανάπτυξη τορπιλίζεται από το πυρηνικό λόμπι, που κραδαίνει το «φόβητρο» ότι αν εγκαταλείψουμε τα πυρηνικά θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το στόχο της οικονομικής ανάπτυξης. Το υπάρχον μοντέλο διαρκούς μεγέθυνσης πράγματι δεν καλύπτεται από μορφές πράσινης ενέργειας. Η κοινωνία της κατανάλωσης απαιτεί διαρκώς περισσότερη ενέργεια με γεωμετρική πρόοδο, που δεν μπορούν να προσφέρουν ούτε το πετρέλαιο, ούτε οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εάν θέλουμε την καταναλωτική κοινωνία τότε θα πρέπει να δεχτούμε το Τσερνομπίλ και τη Φουκουσίμα ως παράπλευρες απώλειες, είναι το τίμημα. Η σημαντικότερη πηγή ενέργειας είναι αυτό που στη Γαλλία ονομάζεται νεγκαβάτ, δηλαδή η εξοικονόμηση ενέργειας και ο περιορισμός της σπατάλης.



Το κίνημα της αποανάπτυξης έχει γνωρίσει εφαρμογές;



Βεβαίως, σε τοπικό επίπεδο, σε επίπεδο πρωτοβουλιών και συνεταιρισμών. Στη Γαλλία υπάρχει ένα συνδρομητικό δίκτυο παραγωγών βιολογικών προϊόντων και καταναλωτών. Ανάλογα δίκτυα υπάρχουν στο Βέλγιο, στις ΗΠΑ, στη Λατινική Αμερική. Σημαντικό στοιχείο είναι τα τοπικά σύμφωνα ανταλλαγών. Στο αμέσως επόμενο επίπεδο, δήμων και τοπικής αυτοδιοίκησης, υπάρχει το κίνημα slow city ή οι «πόλεις σε μετάβαση». Οι μεγάλες πόλεις έχουν τεράστιο οικολογικό αποτύπωμα, πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θα επέτρεπε η αειφορία.






Η μεγάλη μετάβαση: η αποανάπτυξη σαν πέρασμα σε ένα άλλο πολιτισμικό μοντέλο





Βενετία, 19-23 Σεπτεμβρίου 2012
30 Διεθνές Συνέδριο Αποανάπτυξης για την οικολογική βιωσιμότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη

από το prasinovelos



Η οπτική της αποανάπτυξης δεν αποτελεί μόνο μια πρόσκληση εγκατάλειψης της μονομανίας για ανάπτυξη και του φαντασιακού της απεριόριστης «προόδου», αλλά και ένα σημαντικό ερέθισμα για μια περαιτέρω, συνολική, προσπάθεια αναμέτρησης με την ιστορική φάση της μεγάλης ασυνέχειας που έχει ο πολιτισμός μπροστά του. Προβληματικές όπως η οικολογική και η κλιματική κρίση, η λεηλασία των πόρων, η ενεργειακή κρίση, οι αγώνες για μια περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη, συναρτήσει της διαρκώς ευρύτερης εξάρτησης από τις τεχνολογίες και της βαθιάς κρίσης των κοινωνικών δεσμών, υπενθυμίζουν την ευρύτητα της πρόκλησης που μας αναμένει.

Μοναδική οπτική που διαφαίνεται ικανή να προσφέρει τα κατάλληλα εργαλεία αντιμετώπισης της πρόκλησης είναι εκείνη της ανάδειξης μιας διαδρομής μεταλλαγής και αναδιάρθρωσης της υλικής και πολιτισμικής βάσης των επιλεγόμενων «αναπτυγμένων» κοινωνιών. Διαδρομή η οποία συνεπάγεται τον σημειολογικό επανορισμό της ίδιας της ιδέας της ευημερίας, την αναδόμηση των σχέσεων βορρά-νότου από την σκοπιά της αλληλεξάρτησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και τον επαναπροσδιορισμό ενός συμβολαίου διαγενεαλογικής αλληλεγγύης. Με λίγα λόγια επείγει ο καθορισμός μιας διαδικασίας διαδρομής μεταστροφής, ικανής να ανοίξει την ατζέντα σε θέματα και προβληματικές φαινομενικά διαφορετικές αλλά στην ουσία βαθιά συσχετιζόμενες - εργασία, εισόδημα, κατανάλωση, απορρίμματα, ενέργεια, τεχνολογία, κινητικότητα, παιδεία, τοπικότητα κ.λ.π.

Η πρόταξη της αποανάπτυξης - σαν διαδικασίας μεταστροφής πέραν κάθε οικονομικού, πολιτικού και οικολογικού αναγωγισμού - είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο της συστηματικής οργάνωσης του διαλόγου και της αντιπαράθεσης, με ιδιαίτερη προσοχή σε διασυνδέσεις, αλληλεπιδράσεις και εγκαρσιότητες, μέσω μιας διεπιστημονικής προσέγγισης σε θέση να συζεύξει φυσικές και κοινωνικές επιστήμες. Αυτό αποτελεί και την πρόταση του 3ου Διεθνούς ΣυνεδρίουΑποανάπτυξης.

Τόπος διεξαγωγής Συνεδρίου

Πανεπιστήμιο «IUAV» Βενετίας
Πρώην βενετικό εκκοκκιστήριο - Ντορσοντούρο 2196, Σάντα Μάρτα
Συγκρότημα των Τολεντίνων - Σάντα Κρότσε 19
Θέατρο Μαλιμπάν - Σεστιέρε Κανναρέτζιο, 5873

Θεματολογίες

Από σκοπιάς περιεχομένου, το Συνέδριο διαρθρώνεται σε τρεις μεγάλες θεματικές ενότητες. Η έναρξη των εργασιών αποσκοπεί στην δημιουργία μιας ενιαίας κορνίζας διαλόγου ενώ οι υπόλοιπες ημέρες θα είναι αφιερωμένες η καθεμιά σε μια από τις τρεις θεματικές ενότητες. Οι θεματικές ενότητες είναι οι κάτωθι:
α. Commons. Αποανάπτυξη και μεταστροφή σε δίκαια και βιώσιμα μοντέλα ιδιοκτησίας, διαχείρισης, νομής, προστασίας, συμμετοχής και χρήσης πόρων και αγαθών.
β. Work. Αποανάπτυξη και μεταστροφή σε δίκαια και δημιουργικά μοντέλα παραγωγής, εργασίας, φροντίδας και κοινωνικής ασφάλειας πέραν του μετα-φορδισμού, της λογικής της ελαστικής εργασίας και της κρίσης του κοινωνικού κράτους.
γ. Democracy. Αποανάπτυξη και μεταστροφή των δημοκρατικών θεσμών σε συμμετοχικά και αποκεντρωτικά μοντέλα και μοντέλα οικολογικής και διαγενεαλογικής υπευθυνότητας.



Προοπτικές ανάλυσης

Και οι τρεις θεματικές ενότητες θα εστιαστούν, κατά το δυνατόν, μέσω των παρακάτω προοπτικών ανάλυσης:
α. Spaces. Οι χώροι και οι τόποι, τα οικοσυστήματα, ο συσχετισμός διαφορετικών τόπων της Γης. Οι τόποι των σχέσεων της καθημερινότητας, οι σημαντικοί τόποι, οι υποβαθμισμένοι τόποι και οι τόποι για διαφύλαξη. Φροντίδα του μεσοδιαστήματος.
β. Times. Ο χρόνος της ζωής, ο ελεύθερος χρόνος και ο χρόνος εργασίας, ο προσωπικός χρόνος και ο χρόνος των σχέσεων με τους άλλους. Ο χρόνος των συναντήσεων, της δράσης και ο χρόνος της περισυλλογής.
γ. Immaginary. Το φαντασιακό ή τα πλαίσια μέσω των οποίων εστιάζουμε την πραγματικότητα, την κοινωνία, την ανθρώπινη ύπαρξη, τις ανάγκες της και τις επιθυμίες της. Η ιδέα του πλούτου και της φτώχειας, της ευημερίας και της «καλοζωίας». Η αποανάπτυξη σαν εργαλείο αλλαγής πλαισίων.





Focus

Πέραν των θεματικών ενοτήτων και των προοπτικών ανάλυσης, ένα μέρος των συνεδριάσεων θα αφιερωθεί σε εμβαθύνσεις διαφορετικού τύπου, σχετικές με τις πηγές, τους πρωταγωνιστές και τα διαφορετικά σενάρια αποανάπτυξης.

α. Sources: οι πηγές της αποανάπτυξης
Η εμβάθυνση αυτού του τύπου αφιερώνεται στην αντιπαραβολή με βιογραφικές διαδρομές και παραδόσεις έρευνας. Ποιοι είναι οι άνδρες και οι γυναίκες που ενέπνευσαν το Κίνημα της Αποανάπτυξης; Ορισμένοι πρωτουργοί και ορισμένες κατευθύνσεις έρευνας χαίρουν δίκαιης αναγνωρισιμότητας - η κριτική της κοινωνίας της αγοράς τουΠολάνι, η βιο-οικονομία του Ρόγκεν, τα όρια της ανάπτυξης των Μίντοους, η κοινωνική οικολογία του Γκορτζ. Οι ρίζες όμως της «ιδέας» και του Kινήματος της Αποανάπτυξηςαπλώνονται σε μεγαλύτερη έκταση και περισσότερο βάθος απ’ότι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε: από την μη βία των οικολογικών οικονομικών στην οικολογία της σκέψης και στην οικολογία των θεσμών και από τηνπολιτική οικολογία στην οικονομική ανθρωπολογία, στον αντι-ωφελιμισμό, στην μετα-αποικιοκρατική κριτικήκαι στον οικο-φεμινισμό. Το Συνέδριο συνιστά μια μοναδική ευκαιρία παρουσίασης εκείνων που είναι ακόμη λιγότερο εμφανείς και λιγότερο άμεσες. Αυτή η προσπάθεια «ριζώματος» του κινήματος θα μπορούσε να συνεχιστεί και στις προσεχείς διοργανώσεις του Διεθνούς Συνεδρίου Αποανάπτυξης.

Η έρευνα στις πηγές θα μπορούσε να είναι χρήσιμη σε όποιον προσεγγίζει για πρώτη φορά την θεματική τηςαποανάπτυξης έτσι ώστε να αντιληφθεί, προοπτικά, την γένεση του φαινόμενου μέσω της γνώσης των κυριότερων κατευθύνσεων έρευνας. Επιπλέον, ο διάλογος γύρω από τις πηγές μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία εστίασης κομβικών όρων που θα μπορούσε να βοηθήσει στην δημιουργία μιας, κατά το δυνατό, κοινής γλώσσας χρήσιμης στο πλαίσιο της ωρίμανσης του διαλόγου.





β. Subjects: πρωταγωνιστές και υποκείμενα της μεταστροφής
Ποιοι είναι σήμερα οι πρωταγωνιστές της προτεινόμενηςμεταστροφής; Σε ποιές οντότητες πρέπει να στηρίζεται για την προαγωγή και την διεύρυνση της οπτικής της;
Μια πρώτη απάντηση δίδεται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες στο Διεθνές Συνέδριο. Το Συνέδριοπαρουσιάζεται σαν μια ευκαιρία συνάντησης μεταξύ ατόμων που, φυσιολογικά, εργάζονται με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικά περιβάλλονται - από την άποψη της πολυπλοκότητας, των περιστάσεων, των πόρων, της νοοτροπίας - τα οποία θα πρέπει να ανακαλύψουν τόπους σύγκλισης έτσι ώστε να προσανατολίσουν την δράση τους στο πλαίσιο της πολυπλοκότητας του συνόλου, αντιπαραθέτοντας διαφορετικά επίπεδα πειραματισμού και εμπειρίας:
- την έρευνα (πανεπιστήμια, ομάδες μελέτης, τάσεις έρευνας κ.λ.π.)
- τον πειραματισμό (καλές πρακτικές, Δίκτυα Αλληλέγγυας Οικονομίας, διαρκής γεωργία, «καλοί» διαχειριστές» κ.λ.π.)
- την επικοινωνία (ακτιβιστές, δημοσιογράφοι κ.λ.π.)
- την καλλιτεχνική έκφραση (ηθοποιοί, μουσικοί, συγγραφείς, ποιητές κ.λ.π.)

γ. Scenarios: σενάρια για το μέλλον
Μια επιπλέον διάσταση στην οποία θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία είναι εκείνη των πιθανών σεναρίων για το μέλλον. Όσο και εάν είμαστε βέβαιοι για την αδυναμία διαμόρφωσης προβλέψεων σύμφωνα με τους κανόνες της «επίσημης» επιστήμης - δεδομένων των συνθηκών αβεβαιότητας και της πολυπλοκότητας της αλληλεπίδρασης των διαφόρων παραγόντων - η πίεση που ασκεί η κρίση και το ρίσκο δυνατών θεσμικών υποτροπών αυταρχικού χαρακτήρα, απαιτούν την μέγιστη προσοχή στην έκρηξη ανεξέλεγκτων δυναμικών και στις αλληλεπιδράσεις των οικονομικών, κοινωνικών και βιο-φυσικών διαδικασιών σε μια προοπτική μεταβατικότητας. Το Συνέδριο φιλοδοξεί να καταστεί ευκαιρία αντιπαραβολής των σχετικών ερευνών σε διεθνές επίπεδο με κύριο στόχο την διασάφηση των γνωστικών ορίων γύρω από το θέμα - τι μπορεί να ειπωθεί και τι όχι – και των πιθανών διαφορών μεταξύ σεναρίων εκούσιαςαποανάπτυξης - διαδικασίες εκούσιας μεταστροφής σε βιώσιμες δομές - και σεναρίων αναγκαστικής, επιβαλλόμενης,αποανάπτυξης. Ειδική προσοχή θα δοθεί στην αντιπαράθεση μεταξύ θεσμικών αρχιτεκτονικών και πειραματισμών που θα μπορούσαν να ενδυναμώσουν της διαδικασία μεταστροφής.

Συνάντηση μεταξύ Δικτύων

Δύο από τις ημέρες του Διεθνούς Συνεδρίου θα αφιερώσουν μέρος τους στην συνάντηση και στον διάλογο μεταξύΔικτύων συλλογικοτήτων, κινημάτων και οργανώσεων, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η περαιτέρω ανταλλαγή των σημαντικότερων εμπειριών τους.
- Το απόγευμα της Πέμπτης θα αφιερωθεί στο πανόραμα της ιταλικής πραγματικότητας στο πεδίο της αποανάπτυξης:Δίκτυα Αποανάπτυξης, Δίκτυα Εναλλακτικής Οικονομίας, Οικολογικά Κινήματα, συλλογικότητες πολιτισμικού χαρακτήρα, συνδικάτα κ.λ.π.
- Το απόγευμα της Παρασκευής θα αφιερωθεί στους πρωταγωνιστές της αποανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο: Δίκτυα Αποανάπτυξης, Δίκτυα «Μπουέν Βιβίρ», Κινήματα για την Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη, Πόλεις σε Μετάβαση κ.λ.π.
Οι προσκεκλημένοι θα κληθούν να διηγηθούν τον τρόπο με τον οποίο εξωτερικεύουν την δράση τους στο πεδίο της θεματικής της αποανάπτυξης.





Το πρόγραμμα

Το πρόγραμμα του Διεθνούς Συνεδρίου εκκινεί την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου και ολοκληρώνεται την Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου.
- Η πρώτη ημέρα θα αφιερωθεί στην υποδοχή των συνέδρων, στα εγκαίνια των εργασιών και στο «άνοιγμα» της διεθνούς εκδήλωσης στην πόλη. Το απόγευμα της Τετάρτης θα διοργανωθεί μία συνάντηση των συνέδρων με εκπροσώπους του «ρεύματος» της αποανάπτυξης, διεθνούς εμβέλειας και με τους χορηγούς και υποστηρικτές της - σύλλογοι, τοπικές αυτοδιοικήσεις κ.λ.π. Η συνάντηση θα είναι ανοικτή στους πολίτες της πόλης και θα ολοκληρωθεί με ένα χάπενινγκ, μουσικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, σε κεντρικά σημεία της πόλης.
- Το τριήμερο, μεταξύ 20 και 22 Σεπτεμβρίου, θα αφιερωθεί στις εργασίες του Συνεδρίου, στην ανάπτυξη των θεματικών του και, τα απογεύματα, στις συναντήσεις των Δικτύων. Το βράδυ του Σαββάτου θα λάβει χώρα μουσικό και καλλιτεχνικό χάπενινγκ ανοικτό στους πολίτες της πόλης.
- Η Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου, θα αφιερωθεί στην σύνθεση των εργασιών του 3ήμερου, στις προτάσεις εργασίας και στην προοπτική των Δικτύων Αποανάπτυξης και των επόμενων Διεθνών Συνεδρίων. Το Συνέδριο θα ολοκληρώσει τις εργασίες του στις 13.00.

Μεθοδολογία διοργάνωσης

Θεμελιακή αρχή της οργάνωσης του Συνεδρίου συνιστά η προαγωγή συμμετοχικών μεθόδων διαλόγου και αντιπαράθεσης - από τις διαδικασίες προετοιμασίας της εκδήλωσης έως εκείνες της διεξαγωγή της - σε μια προσπάθεια προσέγγισης των διαστάσεων της επιστημονικής έρευνας, της πολιτικής και κοινωνικής δράσης, της καλλιτεχνικής έκφρασης και του πειραματισμού καλών πρακτικών. Από μεθοδολογικής σκοπιάς, οι διοργανωτές θα εστιάσουν τέσσερεις διαστάσεις τους:
1. Την διαδικασία προετοιμασίας και διάρθρωσης της εκδήλωσης.
2. Την μεθοδολογία συμμετοχής και παρέμβασης.
3. Την δημιουργία συνεργειών μέσω άλλων εκδηλώσεων.
4. Τον καθορισμό εναλλακτικών μεθόδων «fund raising».

Μεθοδολογία συμμετοχής και παρέμβασης
Αναφορικά με τον τρόπο συμμετοχής και παρέμβασης το Διεθνές Συνέδριο θα παρέχει τις παρακάτω δυνατότητες:
1. Plenary: συνεδριάσεις όλων των συνέδρων. Η συνεδρίαση έναρξης των εργασιών της εκδήλωσης θα είναι ανοικτή και στο κοινό. Οι ομιλητές θα προσδιοριστούν από την Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου. Η διάρκεια των παρεμβάσεων θα είναι 20λεπτη. Οι παρεμβάσεις θα είναι δυνατές και μέσω προβολής βίντεο.
2. Focus: συνεδριάσεις όλων των συνέδρων. Οι παρεμβάσεις θα επιλεχθούν μέσω της διαδικασίας του «call forpaper» και θα έχουν 15λεπτη διάρκεια.
3. Ομάδες εργασίας - Workshop: θα αφιερωθούν σε ένα διαφορετικό θέμα για κάθε ημέρα της εκδήλωσης. Θα προβλέπουν την συμμετοχή όλων των συνέδρων οργανωμένων σε ομάδες 30-35 ατόμων. Ο αριθμός τους θα διαμορφωθεί βάσει του αριθμού τους αλλά δεν θα υπερβεί τις 15-18 για κάθε ημέρα. Για κάθε ομάδα εργασίας θα επιλεχθούν έως και τρεις εισαγωγικές παρεμβάσεις 10λεπτης διάρκειας οι οποίες θα επιλεχθούν μέσω της διαδικασίας του «call forpaper». Θα επακολουθήσει ελεύθερη συζήτηση. Κάθε ομάδα εργασίας θα έχει ένα συντονιστή και ένα βοηθό συντονιστή με στόχο την διευκόλυνση της συζήτησης, την εγγύηση του πλουραλιστικού της χαρακτήρα και την καταγραφή των κυριότερων σημείων εν όψει της διαδικασίας σύνθεσης των εργασιών του Συνεδρίου το πρωινό της Κυριακής.
4. Poster: οι σύνεδροι θα έχουν την δυνατότητα έκθεσης προσωπικών πόστερ γύρω από την θεματολογία τουΣυνεδρίου.
5. Συναντήσεις Δικτύων: ανοικτές στους ενδιαφερόμενους - πρόσωπα και συλλογικότητες. Θα κληθούν να παρουσιάσουν τις προσωπικές τους εμπειρίες τα Δίκτυα που θα δηλώσουν συμμετοχή στο Συνέδριο καθώς και εκείνα που θα συμμετέχουν στο «Φεστιβάλ Βιωσιμότητας» που διοργανώνεται την ίδια περίοδο στην πόλη της Βενετίας. Η διάρκεια των παρεμβάσεων θα είναι 15λεπτη.
6. Καλλιτεχνικές εκδηλώσεις - Expressive activities: διοργάνωση κοντσέρτων, αναγνώσεων ή και θεατρικών παρουσιάσεων κατά την διάρκεια του Συνεδρίου.





Δημιουργία συνεργειών μέσω άλλων εκδηλώσεων
Το Δίκτυο Αλληλέγγυας Οικονομίας του Βένετοενεργοποιήθηκε για να πλαισιώσει το Διεθνές Συνέδριο με την παράλληλη διοργάνωση του πολυκεντρικού φεστιβάλ «Βενετία, Βιώσιμη Πόλη». Το πολυκεντρικό φεστιβάλ τουΔικτύου προβλέπει τέσσερεις θεματικές ενότητες: μια πρώτη αφιερωμένη στο Δίκαιο εμπόριο και την Διεθνής Συνεργασία, μια δεύτερη στο Περιβάλλον και στηνΒιωσιμότητα, μια τρίτη στον αλληλέγγυο,μικρό-παραγωγικό κύκλο και μια τέταρτη αφιερωμένη σε μικρο-εκδηλώσεις μεταξύ Μέστρε και Βενετίας. Ταυτόχρονα, το Δίκτυο GAS-DES - Αλληλέγγυου Εμπορίου καιΠεριοχών Αλληλέγγυας Οικονομίας - θα οργανώσει την ετήσια συνάντηση του 2012 στην Βενετία, τις ημέρες που προηγούνται του Συνεδρίου.
Μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 2012, η πόλη της Βενετίας θα φιλοξενήσει ταυτόχρονα τρεις διαφορετικές, αλλά αλληλοσχετιζόμενες, εκδηλώσεις - το πολυκεντρικό φεστιβάλ «Βενετία, Βιώσιμη Πόλη», την ετήσια συνάντηση των Δικτύων GAS-DES και το Διεθνές Συνέδριο Αποανάπτυξης - στο πλαίσιο της βέλτιστης δυνατής εκμετάλλευσης πόρων και συνεργειών, ουσιαστικής ανταλλαγής εναλλακτικών εμπειριών στο πεδίο της παραγωγής, του εμπορίου και της κατανάλωσης και της ανίχνευσης των διαδρομών που υποδεικνύουν οι εμπειρίες τουοικολογισμού και του Κινήματος της Αποανάπτυξης.

Εναλλακτικές μεθοδολογίες ηθικού fund raising
Οι πηγές χρηματοδότησης του Διεθνούς Συνέδριου θα είναι σε πλήρη αρμονία με το πνεύμα της αποανάπτυξης. Τις κύριες πηγές θα αποτελούν η αυτοδιοίκηση της Βενετίας, το τέλος συμμετοχής, οι υποστηριχτές και η σύσταση ενός «ταμείου». Το «ταμείο» θα δημιουργηθεί μέσω μιας προσπάθειας χρηματοδότησης από δημόσιες πρωτοβουλίες - «Βενετία 2012» - που θα λάβουν χώρα έως την ημέρα έναρξης των εργασιών του Συνεδρίου.





Οργάνωση

Ο τρόπος οργάνωσης της εκδήλωσης συνιστά μέρος της διαδικασίας παραγωγής νοήματος και μορφών κοινωνικής στάσης έτσι ώστε να συμβάλλει στην ποιοτική εξύψωση της συνολικής πρότασης.

Γλώσσες συμποσίου και διερμηνείας
Οι γλώσσες στις οποίες θα διεξαχθεί το Συνέδριο είναι τα αγγλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα γαλλικά. Για τα κείμενα και τις οργανωτικές επικοινωνίες θα χρησιμοποιηθούν τα αγγλικά και τα ιταλικά.

Το ταξίδι και οι μετακινήσεις
Οι διοργανωτές προτείνουν να χρησιμοποιηθεί το ταξίδι στον τόπο της εκδήλωσης σαν μια ευκαιρία νοηματικού και πρακτικού πειραματισμού της αποανάπτυξης με δύο τρόπους:
- Μέσω της συλλογικής οργάνωσης της μετάβασης, με τρένο ή και πούλμαν, με την βοήθεια μιας υπηρεσίας - «on-line» - του διοργανωτή. Καταυτό τον τρόπο θα μειωθεί σημαντικά το κόστος και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μετάβασης ενώ θα δημιουργηθούν εύλογες ευκαιρίες συλλογικότητας και διαλόγου.
- Μέσω της οργάνωσης των μετακινήσεων μεταξύ των τόπων της εκδήλωσης, στην πόλη της Βενετίας, με βιώσιμα μέσα μετακίνησης - με τα πόδια, με ποδήλατο, με τρένο, μέσω των καναλιών της πόλης κ.λ.π.

Η φροντίδα της κοινωνικότητας
Η άφιξη, οι συναντήσεις και η κοινωνικότητα δεν θεωρούνται δευτερεύουσες δραστηριότητες της εκδήλωσης αλλά θεμελιώδεις και, κατά συνέπεια, θα αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο μιας συμμετοχικής οργάνωσης. Σε γενικές γραμμές, η διοργάνωση προβλέπει:
- Happening in the city. Το απόγευμα της πρώτης ημέρας του Συνεδρίου θα διοργανωθεί μια δημόσια εκδήλωση σε ένα από τους «κάμπους» της Βενετίας. Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης θα λάβει χώρα ένα «Bread and seeds sharing», η «μοιρασιά άρτου και σπόρων». Οι διοργανωτές θα αιτήσουν από όλους τους συνέδρους να φέρουν σπόρους και ένα τυπικό είδος άρτου της περιοχής τους, για να τα μοιραστούν και να τα ανταλλάξουν με τους υπόλοιπους. Η ανταλλαγή σπόρων δεν έχει μόνο συμβολική σημασία αλλά αποτελεί ερέθισμα για την προαγωγή μορφών οικογενειακής καλλιέργειας.
- Καλλιτεχνικές Εκδηλώσεις - μουσικές εκδηλώσεις (κοντσέρτα), ποιητικές εκδηλώσεις (reading) και θεατρικές εκδηλώσεις με την μέθοδο του «Θεάτρου του καταπιεσμένου».
- Σωματικές ασκήσεις. Για όποιον το επιθυμεί, το πρωινό ξύπνημα θα συνοδευτεί με ασκήσεις χαλάρωσης και επαφής με το σώμα.
- Υποστηρικτικές δράσεις. Θα αιτηθεί η συμβολή όλων των συνέδρων με την μέθοδο της βάρδιας: προετοιμασία του γεύματος, καθαρισμός των χώρων του Συνεδρίου κ.λ.π.

Κόστος συμμετοχής
Το κόστος συμμετοχής στο Διεθνές Συνέδριο διαφοροποιείται βάσει των εργασιακών ή και σπουδαστικών συνθηκών των συνέδρων - αρκεί η προσωπική δήλωση:
- Εργαζόμενοι: 160 ευρώ.
- Προσωρινά εργαζόμενοι και φοιτητές: 90 ευρώ
- Άνεργοι: 60 ευρώ

Διαμονή
Αναφορικά με την διαμονή των συνέδρων, οι διοργανωτές σκοπεύουν να προχωρήσουν σε συμφωνία με μια σειρά ξενοδοχειακών μονάδων της πόλης έτσι ώστε να διασφαλίσουν ικανοποιητικές τιμές. Επιπλέον, θα καταρτίσουν κατάλογο με εναλλακτικούς χώρους διαμονής, σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή, ενώ θα προσπαθήσουν να προάγουν μορφές διάχυτης, δωρεάν, φιλοξενίας από κοινότητες και οικογένειες της πόλης.



Διοργανωτές

α. Ενώσεις-Σύλλογοι
Reserch & Degrowth, Associazione per la decrescita, Coop.Sesterzo, Spiazzi Verdi, Kuminda, Arci
β. Θεσμικοί
Δήμος Βενετίας, Πανεπιστήμιο «IUAV» Βενετίας, Πανεπιστήμιο του Ούντινε

Εταίροι

Πλην των υποστηρικτών, η διοργάνωση του Συνεδρίου αποσκοπεί στην δημιουργία ενός ευρύτατου δικτύου εταίρων, ειδικών στην θεματολογία της αποανάπτυξης, τοπικής, εθνικής και διεθνούς εμβέλειας. Οι εταίροι θα συμμετάσχουν ενεργά στην υλοποίηση του Συνεδρίου μέσω της ad hoc οργάνωσης διαλέξεων και συλλογής πόρων. Οι πρωτοβουλίες των εταίρων θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα των πρωτοβουλιών «Βενετία 2012», 30 Διεθνές Συνέδριο Αποανάπτυξης για την οικολογική βιωσιμότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη». Οι εταίροι θα έχουν ενεργή συμμετοχή στο Συνέδριο.

Από το πρόγραμμα του Συνεδρίου
Ελληνικό Δίκτυο για την Αποανάπτυξη - apoanaptixi@gmail.com









Είναι μονόδρομος τελικά η "ανάπτυξη";



Ο Τάκης Παπαθεοδωρόπουλος* αμφισβητεί τα καταναλωτικά θεμέλιά της:



Καταναλωτισμός ή Αειφορία;




Ο καταναλωτισμός δεν είναι απλά ο τρόπος ζωής κάποιων κακομαθημένων η εύπορων ατόμων και κοινωνικών ομάδων που «καταναλώνουν άρα υπάρχουν». Ούτε είναι μόνο η βασική παράμετρος του καπιταλισμού που μέσα από τον κατά Μαρξ "εμπορευματικό φετιχισμό" (οπού τα εμπορεύματα μετατρέπονται σε αντικείμενα λατρείας, η δύναμη των οποίων μεταφέρεται στον καταναλωτή κάτοχο τους) επιδιώκει την εσαεί ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο καταναλωτισμός είναι ουσιαστικά το σημερινό καθολικό πολιτισμικό πρότυπο της ανθρωπότητας. συμπεραίνει το Ινστιτούτο Worldwatch στην «Κατάσταση του Κόσμου 2010, Ο Πολιτισμός μας σε Μετάβαση: Από τον Καταναλωτισμό στην Αειφορία» όπου ορίζει τον «καταναλωτισμό» ως έναν πολιτισμικό προσανατολισμό που οδηγεί τους ανθρώπους στο να βρίσκουν νόημα, ευχαρίστηση και καταξίωση κύρια μέσα από όσα αυτοί καταναλώνουν. Για ανάγκες κατά κανόνα «τεχνητές» προσθέτουμε.

Και ως τέτοιο αποτελεί το πολιτισμικό υπόβαθρο του προβλήματος των μεγάλων κρίσεων που εξελίσσονται πάνω από τα κεφάλια μας, της οικονομικής, της περιβαλλοντικής, της ενεργειακής, της διατροφικής κρίσης και της παγκόσμιας φτώχειας . Η υπερκατανάλωση αγαθών συνυπάρχει με την πείνα και την φτώχεια και οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπάταλη πόρων και μεγαλύτερη παραγωγή αποβλήτων. Προβλήματα που η διαχείριση τους γίνεται κάθε μέρα και πιο δύσκολη ακόμα και στο επίπεδο μιας μικρής πόλης.

Όντας συστατικό στοιχειό όλων των κοινωνιών ο καταναλωτισμός απέκτησε τα τελευταία κυρίαρχη θέση στην ζωή μας. Οι κυρίαρχες ελίτ σε πολίτικο επίπεδο τον χρησιμοποίησαν ως μέσο χειραγώγησης, ως δείκτη ευημερίας αλλά και ως μοντέλο ανάπτυξης. Η Αριστερά στις πολύχρωμες εκδοχές της ουδέποτε ουσιαστικά άσκησε ουσιαστική κριτική στον καταναλωτισμό τόσο γιατί ουσιαστικά ασπάστηκε τον πολιτισμικό αυτό προσανατολισμό, αγνόησε την εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου και φοβήθηκε το πολιτικό κόστος. Δεν είδε όμως την φάκα γύρω από το τυρί. Ο καταναλωτισμός έπληξε το ηθικό και ιδεολογικό της οπλοστάσιο με τρόπο καίριο και άμεσο και διέλυσε τους ιστούς συνοχής και αλληλεγγύης που υποτίθεται προσπαθούσε να υφάνει.

Είναι καιρός να συνομολογήσουμε πως δεν φτάνουν οι τεχνολογικές, οικονομίες και πολιτικές αναδιαρθρώσεις για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης, της παγκόσμιας φτώχειας και της οικολογικής διακινδύνευσης χωρίς μια σχεδιασμένη προσπάθεια για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας μας από τον καταναλωτισμό και την οικονομική μεγέθυνση στην αειφορία. Και αποτελεί άποψη μου ότι η Δημοκρατική Αριστερά σαν ένα σύγχρονος αριστερός και οικολογικός πολιτικός σχηματισμός οφείλει στο επερχόμενο 1ο Συνέδριο της να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο όχι αποσπασματικά σαν πολιτική και οικονομική οντότητα αλλά σαν πολύπλευρη ύπαρξη που επιδιώκει την ευτυχία σε μια βιώσιμη κοινωνία.




...και οι Νέοι Πράσινοι** ανοίγουν το θέμα της αποανάπτυξης:



Πέρα από το Green New Deal - Μεταμορφώνοντας το σύστημα




Τρέχοντας σε κύκλο
Υποφέρουμε ταυτόχρονα διάφορες κρίσεις: την οικονομική, την χρηματοπιστωτική, την κοινωνική, την πολιτική και την οικολογική. Παρόλο που η κατάσταση βελτιώνεται σε κάποια τμήματα της Ευρώπης, αντιμετωπίζουμε την μεγαλύτερη ύφεση από τη δεκαετία του 1930. Δεν έχει εφαρμοστεί καμία βιώσιμη λύση στα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά προβλήματα. Επομένως χρειαζόμαστε αλλαγή του συστήματος.
Ο καπιταλισμός με το εγγενές δόγμα της ανάπτυξης και συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν θα σταματήσει ποτέ να εκμεταλλεύεται το Περιβάλλον και τα Ανθρώπινα Όντα. Εμείς, οι Νέοι Πράσινοι, πάντοτε σκεφτόμασταν πέρα από τον υλισμό και τον καταναλωτισμό, γνωρίζοντας ότι αυτά τα εγγενή κίνητρα παράγουν ανάγκες τις οποίες δεν έχουμε.
Οι παρούσες λύσεις όπως το Green New Deal είναι προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν αναγνωρίζουν τα κύρια προβλήματα που εμπεριέχει το Σύστημα: Η αποκλειστική εμπιστοσύνη στην τεχνολογική πρόοδο και στην αύξηση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας έχει υψηλό ρίσκο για την κοινωνία. Το φαινόμενο της ανάκτησης (rebound effect) κάνει σχεδόν αδύνατη την πρόοδο μέσα στο σύστημα. Με την βενζίνη που εξοικονομούμε ανά χιλιόμετρο, ταξιδεύουμε μεγαλύτερες αποστάσεις. Με τα χρήματα που εξοικονομούμε λόγω της μεγαλύτερης αποδοτικότητας, μπορούμε να έχουμε περισσότερα αγαθά και επομένως να χρησιμοποιούμε περισσότερους πόρους.
Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα κατάσταση της κλιματικής αλλαγής και της καταστροφής του περιβάλλοντος και γνωρίζοντας τα όρια της Γης, πιστεύουμε ότι ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα πρέπει να εφαρμοστεί. Πρέπει να σταματήσουμε την υπερκατανάλωση μια για πάντα. Βλέπουμε την αποανάπτυξη (degrowth) σαν ένα επείγον, απαραίτητο εργαλείο για να διασώσουμε τη Γη, όχι σαν αυτοσκοπό.


Η Αποανάπτυξη για μας
Η αποανάπτυξη ως οικονομικό και κοινωνικό σύστημα επαναπροσδιορίζει το χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα, το ρόλο του κράτους, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την κατανάλωση και την παραγωγή. Με άλλα λόγια, η αποανάπτυξη αποσυνδέει την γενική ποιοτική διαβίωση από την οικονομική ανάπτυξη όπως επίσης την καταναλωτική συμπεριφορά με τον άνθρωπο και κάνει τις οικονομικές συναλλαγές να υπηρετούν την κοινωνία.
Η αποανάπτυξη σημαίνει στρατηγικές αλλαγές στους μετασχηματισμούς των οργανισμών, τοπικές κινηματικές (grass-root) δράσεις και συμμετοχή, πρακτική και πνευματική συνεργασία, τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σημαίνει μείωση της δύναμης των χρηματοπιστωτικών αγορών, του χρόνου εργασίας, οικο-φορολόγηση και αναδιανομή του πλούτου και των πόρων. Συνεπάγεται μείωση του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς η τοπικότητα αποτελεί βασικό συστατικό της έννοιας. Το εγγυημένο βασικό εισόδημα θα επιτρέψει στους ανθρώπους να λάβουν ενεργό μέρος σε αυτήν την κοινωνία. Η αποανάπτυξη επαναπροσδιορίζει το νόημα της εργασίας. Επομένως, η ζωή και η οργάνωση των καθημερινών μας δραστηριοτήτων πρέπει να αλλάξουν ανάλογα. Η αμφισβήτηση του διαχωρισμού «παραγωγικής» και «αναπαραγωγικής» εργασίας θα μας οδηγήσει στην κατανόηση και αποτίμηση της εργασίας με ένα διαφορετικό τρόπο.

Σύγχρονες Λύσεις: Μέτρα για το Green New Deal
Η αποανάπτυξη ως αλλαγή απαιτεί τοπική άμεση δημοκρατία (grass-root democracy). Συνεπώς, θέλουμε να ξεκινήσουμε αυτή τη διαδικασία δρώντας μέσα στα πλαίσια του Green New Deal.
Κοινωνική Δικαιοσύνη: Παλεύουμε για την αναδιανομή του πλούτου αλλάζοντας το φορολογικό σύστημα σε οικο-φορολόγηση, με ένα μηχανισμό μερίσματος ώστε να υπερκεραστούν τα αρνητικά φαινόμενα διανομής του πλούτου. Το βασικό εισόδημα πρέπει να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατό και η καταστροφή των συστημάτων πρόνοιας στην Ευρώπη να σταματήσει άμεσα.
Χρηματοπιστωτικές Αγορές: Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι καθοριστικός στον καθορισμό κοινών κανόνων και στην πίεση για ένα παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κανονισμό. Η φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών για να μειωθεί η κερδοσκοπία και να προωθηθεί η μακροχρόνια επένδυση, καθώς επίσης και η εξάλειψη των εξαιρετικά επικίνδυνων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, πρέπει να γίνουν πράξη.
Εργασία: Μια μείωση των ωρών εργασίας με ταυτόχρονη βελτίωση των συνθηκών και των αμοιβών θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες και θα αμβλύνει τον κοινωνικό αποκλεισμό. Νέοι, γυναίκες και μετανάστες είναι ευπαθείς ομάδες οι οποίες συχνά αντιμετωπίζουν ανεργία και εξαιρετικά άσχημες συνθήκες εργασίας. Η πιθανότητα να χάσουν την δουλειά τους, μόλις η ύφεση αρχίσει, είναι διπλάσια για τους νέους. Επομένως, πρέπει να αυξήσουμε την δυνατότητα οι νέοι άνθρωποι να μπουν και να μείνουν στην αγορά εργασίας, όπως επίσης να αναδομήσουμε τον παραγωγικό τομέα. Όμως, παλεύουμε για μία κοινωνία η οποία δεν καθορίζει τους ανθρώπους με βάση την εργασία τους.

Προγράμματα Λιτότητας: Ακόμα και σε καιρούς κρίσης δεν μπορούμε να δεχτούμε μειώσεις των παροχών στο σύστημα πρόνοιας. Τα προγράμματα λιτότητας δεν μπορούν να επιβληθούν με αντιδημοκρατικό τρόπο σε καμία χώρα. Τα προγράμματα λιτότητας δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως ένα δημοσιονομικό εργαλείο. Πρέπει να αναλογιστούμε από πού τα χρήματα μπορεί και πρέπει να εξοικονομηθούν. Διακρίνουμε πολλές δυνατότητες για να συμβεί αυτό, για παράδειγμα τις αμυντικές δαπάνες ή τις βλαβερές για το περιβάλλον κρατικές ενισχύσεις. Το κόψιμο των εξόδων με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε η ποιότητα ζωής των πολιτών να απειλείται, δεν μπορεί να αποτελεί την κατάλληλη απάντηση.

Οι συμμετέχοντες στο σεμινάριο “Young Oikos Nomos” γνωρίζουμε ότι υπάρχουν εναλλακτικές στο υπάρχον σύστημα. Σκεφτόμενοι παγκόσμια, θα προωθήσουμε άλλες ιδέες για μία καλύτερη ζωή σε όλη την Ευρώπη. Αυτό δεν θα εκφραστεί με την αύξηση του ΑΕΠ, αλλά με ιδέες οι οποίες κάνουν τη ζωή να είναι άξια για να τη ζούμε. Η συζήτηση δεν έχει ακόμα τελειώσει, η ανάπτυξη των ιδεών μας πρέπει να συνεχιστεί.
Εγκρίθηκε, 28.10.2010, Θεσσαλονίκη




*Πολιτικός Μηχανικός ΜSc - Μέλος Πανελλαδικής Πολιτικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς και Συντονιστής της Οργάνωσης Πάτρας

**Οργάνωση Νέων για την Πολιτική Οικολογία. Μέλος της Ευρωπαικής Ομοσπονδίας Νέων Πρασίνων



ΤΥΧΑΙΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...